Ανέκδοτα ποιήματα (α)

Συμπλεύσεις

Ποιος θα αναλάβει
να οδηγήσει;
Ποιος;

Μόνο η γραμμή
από τα άλμπουρα
στον μακρινό ορίζοντα
-ανάμνηση διαρκείας-
και η θάλασσα αταξίδευτη.
Όνειρο ακυβέρνητο.
Κανείς!
Μήτε οι λέξεις μου,
άχρηστα που ηχούν
εντός κι εκτός.
Η άπνοια
ευδία ανυπαρξίας.
Και η θυσία ανώφελη.
Κανείς!


Άκαιρα

Και αναμένοντας το άσημο μέλλον
συνειδητοποιούσαμε
το ασήμαντο παρελθόν.
Κι άρμοζε, εδώ,
ο σπαραγμός του παταγώδους.
Ωστόσο, η περίσταση απαιτούσε ήχο
ή σιωπή πάλλουσα.
Σε κάθε περίπτωση μια ρωγμή,
ένα μικρό σκίρτημα, μία κραυγή.
Όμως εκείνο το φθινόπωρο,
όταν σιώπησε κι ο τελευταίος
τζίτζικας του καλοκαιριού,
οι ποιητές ανέβηκαν στα δέντρα,
φλυαρώντας.


Φωνή βοώντος

Έρχομαι από το παρελθόν σας,
τους είπε
και δεν του έδωσαν σημασία.
Πορεύομαι στο μέλλον,
συνέχισε
και του ’ριξαν μια ματιά.
Προσπερνώ το παρόν,
επέμενε
και κουνήθηκαν λίγο.
Αυτή τη χολέρα σας,
πρόσθεσε...
Είχε ξεμακρύνει
όταν είπε τα τελευταία λόγια.
Έτσι, ακούστηκε κάτι ακατάληπτο,
έμοιαζε με "αέρα".
Και νιώθοντας το κρύο
της αυθυποβολής
σήκωσαν ψηλά τους γιακάδες
να προστατευτούν.
Κι έτσι, εκεί,
τους βρήκε ο θάνατος αδαείς.


Στο πρώτο όνειρο

Και ως ξύπνησα, είδα ένα τρυπάνι να ανοίγει σήραγγα στο παρελθόν. Και καθώς σύρθηκα εκεί που έλειπαν οι ημερομηνίες, κανείς δε με περίμενε, κανείς. Και τότε, γύρισα πίσω κι ακολούθησα το άλλο τρυπάνι που άνοιγε τη σήραγγα του μέλλοντος. Και σύρθηκα πάλι ως εκεί, που υπολόγιζα ότι είχε εξακοντιστεί ο απωλεσθείς χρόνος. Και βρήκα ξανά τη μοναξιά. Κι ήταν, στην αφετηρία των δύο σηράγγων, συνωστισμένο ένα παρόν σακάτικο, χωρίς ελπίδα.
Έτρεξα τότε και κρύφτηκα ξανά στο πρώτο όνειρο. 



Απορία

Πού βρήκα τη δύναμη
νεκρός να φύγω;
αντί να σωριαστώ
στα πόδια που με λάκτισαν
και να με βρουν εκεί 
ρακοσυλλέκτες επίμονοι.
Όπως αυτοί
που, με την ηρεμία της στέρησης,
ανασκαλεύουν μεθοδικά
τα γήινα,
γυρεύοντας κρυμμένα τιμαλφή,
μια αγάπη  αθάνατη,
κατάρα!
Πού βρήκα τη δύναμη
τυφλός να πορευτώ;
αντί να γείρω
και να με βρει εκεί,
η νύχτα,
κρύο φως.
Πού βρήκα τη δύναμη
αμίλητος να ζήσω;
αντί να σπαραχτώ
και να σπαράξω
στη κραυγή μου.



Πάλι

Έρχεται, έρχεται,
μα δεν αλλάζει χρώμα,
πάλι αυτή η Άνοιξη
είναι βαμμένη λύπη.

Για λίγο

Φύσηξε, τότε, μια σιωπή και τον πήρε. Κι ήταν η πρώτη φορά που εκείνη ταράχτηκε. Και σήκωσε το χέρι, ως να ’θελε να τον κρατήσει. 
Μα, πάλι ξέροντας, ότι ήταν αυτό μια ματαιότητα, χαμήλωσε το βλέμμα. Κι άρχισε, πάλι, εκείνο το σφυρί να κτυπά. Πρώτα μακριά. Κι ύστερα μέσα της. 
Όμως, καθώς είχε συνηθίσει την μονότονη βροχή στο θολό τζάμι, άχνα δεν έβγαλε. Πέρασε τα δάκτυλα, σαν χτένι, στα μαλλιά και συλλογίστηκε. Και καθώς οι δυο παλάμες της ενώθηκαν για να στηρίξουν τη στιγμή της, κρύφτηκε το δάκρυ. 
Κανείς δε βρέθηκε, εκεί, να μαρτυρήσει. Πίσω απ’ τα φώτα μιας αλήθειας, πλανήθηκε  για λίγο η ελπίδα.


Ο τρίτος στίχος

Και τα κορίτσια
ιχνηλατούν το μέλλον
Στο κορμί μου
δώσε πνοή
Ποιος μ' έφερε
εδώ;
σ' αυτή τη μνήμη
ποιος με πέταξε;
Σ' όλα τα μάτια
σ' αγαπώ
μα συ δεν ξέρεις


Το ενδεχόμενο

Υπάρχει  πάντα το ενδεχόμενο του λάθους
συγκρατήσου.
Δεν είσαι εσύ  έρμαιο των παθών σου,
διαθέτεις εμπειρία εσύ.
Δε λέω σχεδόν σκόνταψε επάνω σου,
πάτησε επάνω σου, αυτό θέλεις να πω;
Ενδέχεται όμως, να μην σε είδε, ξέρεις τι γίνεται.
Οι άνθρωποι δεν βλέπουν εύκολα στις μέρες μας,
γιατί οι καιροί μας είναι τυφλοί, οι καιροί μας.
Κι αυτή ήρθε να τραγουδήσει,
ένα σεργιάνι βγήκε να διώξει, ποιος ξέρει τι;
Πάντα υπάρχει κάτι που σε τρώει
και βγαίνεις τις νύχτες να ξεχάσεις,
προχωράς, κλωτσάς αδιάφορα…
…μη μου πεις;
Ψυχραιμία, προπάντων υπομονή.
Κερδίζουν αυτοί που ξέρουν να σιωπούν.
Όχι, δεν μιλώ για μέλλουσες προοπτικές,
μιλώ για τωρινές  ισορροπίες.
Ναι, αυτή είναι η έκφραση που συμπυκνώνει
όλα τα μοντέρνα νοήματα.
Η αφή δεν προκαλεί ρίγος η αφή.
Όλες οι απολήξεις δεν αντιδρούν στα ερεθίσματα,
οι απολήξεις.
Μόνο ένας στρόβιλος σηκώνεται, που και πού
και πριν προλάβεις να σκεφτείς σε στέλνει
σ’ άλλο κόσμο.
Θα γράψεις λες ένα ποίημα, γράψε το.
Μα πάλι συγκρατήσου.
Όσο κι αν δυνατά ηχήσει, αφόρητα,
ενδέχεται να μην το δει κανείς ή να το προσπεράσει
Γιατί τα ποιήματα είναι ακατάληπτα τα ποιήματα,
στους καιρούς μας.
Στέκεται, η άλλη, με το κλικ στο μυαλό
και εκκενώνει αισθήματα απροσδιόριστα
συνήθως τη βιασύνη της. 
Το ξέρεις είναι ωκεανός εδώ και θα μουσκέψεις.
Θα μουσκευτείς και ποιος  να σε στεγνώσει;
Υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο του ματαίου,
συγκρατήσου.

Δέος

Είπε το περιστέρι
στο γηραιό φοίνικα:
εκεί ψηλά που φτάνεις
πώς θα κουρνιάσω;


Εικόνες

Κόκκινο σκιάχτρο,
μαύρο πουλί,
ποιο απ’ τα δυο
θα  φοβηθεί;


Φως πλάγιο

Ένα φθινόπωρο
στο τζάμι μου,
πώς να γλυτώσω;
Το αγνοώ,
εισβάλλει
στο δωμάτιό μου.
Το κλείνω μέσα μου,
βαθιά,
απ’ ασφυξία να πεθάνει
κι αυτό θεριεύει
κλέβοντας
το οξυγόνο
των ιστών μου.


 Πύλη 

Στόλισαν τα άνθη
οι επιτάφιοι!
πώς να περάσω;


Αμφίσημο

Κύμα που σπάει
με την κραυγή,
πόσο σ’ αγάπησα!


Φαιό

Γιατί τόσο φως
συνθέτει μέσα του
μια νύχτα;


Γλαυκό

Κρυφά μηνύματα
φέρνουν οι γλάροι
στην ταράτσα,
έρχεται χιόνι.


Σιγαλή

Ήρθε πάλι
η ίδια βροχή,
αμίλητη.
Θλιμμένη εκδοχή,
μαύρη τελεία.

Κρύφτηκε η γυναίκα
στη στεγνή νύχτα.


Αθώα

Δυο περιστέρια στην κεραία
συλλαμβάνουν μηνύματα,
μαύρα τα σύννεφα


Φθινοπωρινό

Σε χώμα βρεγμένο
δεν πέφτω,
είπε το φύλλο.
Το πήρε ο αέρας.


Θαυμαστικό

Και η παραίτηση
βουβή, επίμονη
κι ωραία


Να με θυμάσαι

Έσταζε φως
αντί για δάκρυ
Αγία!  Ψιθύρισα
και φτερούγισε
η θλίψη
αχνό χαμόγελο
να με θυμάσαι!


Πώς;


Πώς έμαθα στα δύσκολα
και δε μπορώ απλά σημάδια
να ερμηνεύσω;
Χάχανα, γέλια, μυστικά,
τι είπα; τι δεν είπα;
ξέρουμε εμείς, σας ξέρουμε!
έτσι!
Όμως, εγώ δε γνώριζα
τα απλά, τα ταπεινά,
τα τιποτένια.
Γιατί οι λέξεις μου ανέβαιναν
απ’ την καρδιά, εδώ στο νου,
κι ύστερα σκόρπιζαν, παντού,
και ως εκεί που ανθίζει ο πόθος,
αγνές ηχούσανε το νόημα τους.
Ποιος είπε βρώμικο πως είναι το φιλί;
κι ο έρωτας;
αυτός ο εξόριστος που ’ρχεται
φράχτη, φράχτη μη τον ιδεί κανένα μάτι;
Πώς έμαθα να κατοικώ μες στους καθρέφτες;
σε λέξεις αμφίσημες να κρύβω τις επιθυμίες;
Να σ’ αγαπώ, να σε υμνώ,
και συ να λες ένας ακόμα;
Ξέρουμε εμείς, σας ξέρουμε!
μόνο εγώ δεν ξέρω.
Βλέπω σκοτάδια, ψάχνω φως
και χάδι,
ό, τι αρπάξεις πώς να το γευτείς;
πώς να τη ζήσεις τη χαρά σου βιασμένη;
Πώς έγινε και πρέπει να απολογηθώ
που πέταξα σε τούτο το κενό;
που θέλω θάλασσα και ουρανό;
που σε κοιτώ;
Πώς έγινε να θέλω, δίχως να ζητώ;



Άλαλος

Όταν ήχησε
Η λέξη
Ήμουν αλλού
Αυτή
Που περίμενα
Να συνθλίψει
Και να συνθλιβεί
Η γυμνή
Η αμόλυντη
Η κραυγή
Η συντριβή
Η λέξη
Όταν ήχησε
Ήμουν αλλού
Ερήμην μου
Συντελέστηκε
Το ασυντέλεστο




Φεγγάρι

Να γίνω η νύχτα σου
να φέγγεις εσύ


Να

Ν' αναστηθεί η ψυχή
να βρει τη φλόγα το κορμί
έρχεται κρύο


Αν

Αν σε κοιτάξω βαθιά
στα σμαραγδένια σου,
θα ιδώ τον νεραϊδόκοσμο;
κι αν πλησιάσω τη φλόγα σου,
θα καώ;
Κι αν καώ θα μ' αγαπήσεις;



Δικό σου

Αυτό που έζησες
δικό σου
Αν το 'χασες
ακόμα πιο δικό σου



Ας ήταν

Ας ήταν να χυθεί
μια θάλασσα
εντός μου
και να κρυφτώ
σ’ άλλο βυθό
ω! στων ματιών σου
θα χαθώ


Λόγια απ' το μέλλον

-Γέρνει ο ήλιος
και ριγώ
στην ομορφιά του,
ή μήπως στην ψύχρα
των ανώφελων λόγων μου;
Χλωμή απ’ τα χρόνια,
ψελλίζω άχρηστες λύπες,
αυτό που σου ’λειψε
δεν το μπορώ…
Πώς να σου στείλω
ένα φιλί παλιό;
να στάξει η ανάμνηση
ένα δάκρυ;

-Ω ακριβή μου σώπα,
 μη θρηνείς!


Ξ-ημέρωμα


Έξι η ώρα πρωινή,
καθώς τελείωνε
το χθεσινό όνειρο
κι άλλαζαν βάρδια
τα ποιήματα,
σε βρήκα.
Μαδούσες το χθεσινό
έρωτα
κι έμοιαζε η μαργαρίτα
με κρίνο...

"Να μου μιλάς
στις μικρές μου παύσεις..."

Αννίτα Χατζίκου

Βραδινό

"Να μου μιλάς
στις μικρές μου παύσεις",
στις ενδιάμεσες άπνοιες
και στη λαχτάρα μου.
Στις σιωπές της μουσικής
και στο λευκό
να  μου μιλάς,
προπάντων στο γαλάζιο.
Δεν χρειάζονται λέξεις.
Μόνο ένα φιλί ψιθύρισμα
ή το υγρό σου βλέμμα,
μια ανάσα τρυφερή,
ένα λαχάνιασμα
ή ένα αχ!



Οι άλλες εκδόσεις μας, συνδεθείτε!

Αναγνώστες

επισκέψεις