Ανέκδοτα μικρά πεζά

Λευκό

-Ερηνούλα!
Ξυπνώ, τη βλέπω μου γελά.
-Σε αγαπώ, μου λέει.
Στάζει μια ευτυχία στα όμορφα.
-Πού είμαι;
-Στα όρια!
Εκείθε η ζωή, εδώθε το όνειρο. Κοιτώ ξανά, τη βλέπω πάλι. Σηκώνει το τρυφερό της, μ' αγγίζει λίγο. Φεύγει..
- Ρηνιώ, που πας;
Σβήνει το βλέμμα, σβήνει η μορφή. Απλώνω χέρι, χάνεται. Ακούγεται ηχώ ξεψυχισμένη.
-Φεύγω!
Τρίβω τα μάτια, είμαι εδώ. Νιώθω γλυκά!
-Είμαι εκεί!
Είμαι εδώ, είμαι παντού.
-Είναι δική μου!
Κοιτάω πέρα στο γιαλό.
Έρχεται πάλι.
Μοιάζει απ' άλλο όνειρο.
-Ερήνη!



Οι δυο γυναίκες

Θα μπορούσαν να ήταν μάνα και κόρη. Είδα μια τρυφερότητα στα μάτια της μιας, μια αγάπη στο πρόσωπο της άλλης. Ύστερα, κι οι δυο σκοτείνιασαν στη σκέψη του αρσενικού που μοιράζονταν.

***
-Ω μικρό νιάνιαρο!
-Ω ζαρωμένη κυρία!
-Σε μεγάλωσαν με κάθε λογής στέρηση και τώρα γυρεύεις το πατρικό σου πρότυπο.
-Γέρασες κι ο φόβος της μοναξιάς σε πεθαίνει.
-Είσαι δειλή, αδύναμη να ερωτευτείς τους συνομήλικους που σε τριγυρίζουν.
-Ύστερα απ’ αυτόν κανείς δε θα γυρίσει να σε κοιτάξει.
-Σε σένα έρχεται για να επιβεβαιώσει τον αντρισμό του.
-Εσύ φοβάσαι μη ξαναγεννηθεί.
-Ω μικρό νιάνιαρο!
-Ω ζαρωμένη κυρία!
-Είσαι μικρή για να ξέρεις.
-Είσαι μεγάλη για να μπορείς.
-Θα ’ρθει η ώρα που θα νιώσεις το κορμί σου λεηλατημένο ανθόκηπο.
-Ήρθε η ώρα που νιώθεις το κορμί σου άδειο σακί.
-Δε σε περίμενα τόσο σκληρή.
-Δε σε περίμενα τόσο φοβισμένη.
***
Θα μπορούσαν να ήταν μάνα και κόρη, όμως, απλά μοιράζονταν τον ίδιο άντρα. Όλη την ώρα που οι γλώσσες έριχναν μαχαίρια, ούτε τα ματοτσίνορα δεν κουνήθηκαν. Μόλις σώπασαν, συννέφιασαν και οι δυο. Ήπιαν το ένα δάκρυ κι άφησαν τ’ άλλο να κυλήσει. Δεν κατάλαβα ποια έκανε την πρώτη κίνηση, όμως, τις είδα αγκαλιασμένες να χάνονται στο μακρύ δρόμο.


Η ομολογία

Ο ποιητής παραφρονεί και γράφει:

Ανάγνωσμα πρώτο:


Η ομολογία

Σας εξαπάτησα, μην έχετε αμφιβολία. Χρησιμοποίησα επιτηδευμένη ευαισθησία και άψογη τεχνική.
Ομολογώ.
Φυσικά η ομολογία μου δεν υποκρύπτει διάθεση μετανοίας. Κάθε άλλο. Είναι ενταγμένη στο αρχικό σχέδιο της εκδίκησης.
Ναι, ναι, ήθελα να σας εκδικηθώ για τη δική μου δυστυχία. Ιδιαίτερα για τον οίκτο σας.
Ξέρετε ο οίκτος είναι το χειρότερο συναίσθημα που προσφέρεται μόνον στους εχθρούς μας. Εσείς το «χαρίσατε» σε μένα.
Μετέτρεψα τον οίκτο σας σε θαυμασμό. Ενίοτε σας υπέβαλα και στο μαρτύριο της ψυχικής διέγερσης. Άγγιξα μελετημένα τις πιο ευαίσθητες χορδές σας. Έγραψα ποιήματα δακρύων για να σας ιδώ παγιδευμένους στη συγκίνηση. Τώρα κρυφά γελώ κι ομολογώ:
Σας εξαπάτησα.

Υ.Γ1. Δαίμων εισήλθε εις την γραφή αφαιρώντας από παντού την ποίηση.

Υ.Γ2. Πηγές που γνωρίζουν καλά τον ποιητή διαψεύδουν την παραφροσύνη του. «Είναι η ωμή αλήθεια», βεβαιώνουν.



Φωτιά!

-Η σόμπα!
Είναι Αύγουστος. Είναι μόνος.
-Θα ανοίξω στον τοίχο μια τρύπα.
Σαρκάζει, σαρκάζεται. 
Αυτό που βρίσκεται εντός του δεν είναι τρύπα, είναι μια καταβύθιση∙ καθολική, ακαριαία.
-Πού λάθεψα;
Ναι, θα τρυπήσει τον τοίχο με μια αρίδα∙ κι ύστερα προσεκτικά, με το καλέμι θ' ανοίξει μια στρογγυλή οπή. Να μπει ο σωλήνας που θα στέλνει τον καπνό στα βόρεια∙ να νικηθεί το κρύο∙ και ο χειμώνας να νικηθεί∙ κι η μοναξιά.
-Η σόμπα!
Την ξέρει αυτή τη ζεστασιά. Ώσπου να βγει ο Σεπτέμβριος και ο Οκτώβριος θα έχει κάτι να σκέφτεται. Μετά; α μετά, θα έχει παρέα μετά. Θα κλείσει τις πόρτες και... -τι τις θέλει τις πόρτες ανοιχτές; οι αναμνήσεις μπαίνουν από τις χαραμάδες, κανείς δεν έρχεται εδώ. Θα κλείσει τις πόρτες και θα ταΐζει τη φωτιά.
Δεν ήταν στους παλιούς σχεδιασμούς του. Δεν το σκέφτεται. Του χρειάζεται μια ιδέα, να αρπαχτεί, να υπάρξει, μια λεπτομέρεια.
-Τα ξύλα!
Η Άννα∙ Τη βρήκε τρεισήμισι δεκαετίες αργότερα, δε ρώτησε τίποτα. Γιατί να σκορπιστεί ο μύθος; Η άλλη∙ πριονίζει το τοπίο του. Ακόμα πριονίζει∙ να γίνει το υπόγειο πολυόροφο. Η τρίτη δραπετεύει, πριν τον αγγίξει, δραπετεύει.
-Η σόμπα!
Νιώθει μια γλυκιά ηρεμία. Θα βρει μια όμορφη.
Να κυλήσει κι αυτός ο κρύος ο καιρός. Ποιος ξέρει; αύριο μπορεί να γίνει πέτρα. Όχι αυτό το δοκίμασε, αδύνατον. Μπορεί να γίνει χώμα.
Για τώρα ελπίζει∙ να βγει μέσα απ' το λόγγο εκείνη η παλιά χαρά.
-Φωτιά!



Γύρευε ένας την Άννα, ο άλλος τη Μαρία...

Η άλλη

Πάει ως εκεί.
-Άννα! φωνάζει.
Βγαίνει η πνιγμένη απ’ τον Θερμαϊκό.
-Μαρία! λέει τώρα.
-…
Της βγάζει τα φύκια απ’ τα μαλλιά. Δείχνει η νεκρή την άλλη, στην κάτω πλατεία.
-Άννα! φωνάζει πάλι. Τη βλέπει η Άννα, της γελά. Όπως και τότε στ’ όνειρό της. Ίδια.
-Γιατί; ρωτάει, γιατί;
Συλλαβίζουν οι άντρες το όνομά της.
Μα-ρι-Αν-να
Κοιτάει γύρω, βλέπει παντού.
-Κανείς!
Σφυρίζει, φεύγει, τη ζητούν.


Ωσάν

-Σε είδα ξυπόλυτη!
Γυρνάει εκείνη, του γελά χύνεται σ' άλλο χρόνο. Είναι αυτός στη ρίζα της μουριάς, αυτή σχεδόν στα φύλλα. Κρύβει το άχνουδο, τη βλέπει.
-Είσαι δική μου!
Αστράφτει η παλιά χαρά, λάμπει υγρή η επιθυμία.
-Έλα! Σμίγουν τα χείλη, σμίγουν τα κορμιά, η Άνοιξη επιστρέφει. Φτάνουν ως την κορφή του παιδικού παραμυθιού λαχανιασμένοι.
-Τώρα! Ηχεί ως νικητήρια η κραυγή.
-Είμαι δική σου, λέει και σβήνει.



Μετάληψη

-Με βοήθησες να χαμογελάσω, όταν είχα φτάσει σχεδόν στην απόγνωση. Αυτά μου είπε και έμεινα άναυδος, να την κοιτώ.
-Με ποιον τρόπο; τη ρώτησα και μού 'δειξε αυτή τους κρεμασμένους στίχους. Και επειδή δεν είχα άλλο απόθεμα σαρκασμού για το βαθύ τους μαύρο, γύρισα να ιδώ το χρώμα των ματιών της· και τότε το 'νιωσα το μυστικό το φως και αναφώνησα:
-Ευλογημένη ας είναι η στιγμή της μεταλήψεως.
-Ήρθε η ώρα μου να σωθώ, συνέχισε εκείνη· κι είδα εγώ τα ποιήματα να μου γελούν.
-Τ' άλλο μισό! μου ψιθύρισαν· κι αυτή με κοίταξε μ' αγάπη βαθιά· κι ήταν ως να βυθίστηκε ολόσωμη μες στην ψυχή μου.



Σε μορφή διαλόγου

Γιατί γράφεις;
-Δε γράφω.
-Και τι είναι όλα αυτά;
-Όνειρα.
-Και ποιος τα βλέπει;
-Εγώ.
-Μα, ποιος τα γράφει;
-Ο άλλος.
-Ποιος άλλος;
-Αυτός που με ορίζει στον πυρετό μου.
-Είναι ο πυρετός σου όνειρο;
-Είναι το όνειρο πυρετός μου.
-Κι ο άλλος;
-Τι;
-Πώς σε ορίζει ο άλλος;
-Κρατάει τα κλειδιά.
-Ποιανού κλειδιά;
-Της φυλακής μου.
-Και δε σ’ αφήνει για να βγεις;
-Δε με αφήνει για να μπω.
-Δυστυχισμένε!



Κεντούσε

Κεντούσε κλαδιά και φύλλα· δάσος κεντούσε. Κι εκεί στο πιο πυκνό της φύλλωμα ήρθε και κάθισε ένα πουλί κι άρχισε το τραγούδι. Άφησε εκείνη την κλωστή και πήρε το βελόνι. Και καθώς παραδόθηκε στη μαγεία της γλυκιάς λαλιάς , σκάλιζε το χέρι της βαθιά να βρει τ' αγκάθι. Ήξερε, τώρα ήταν η στιγμή, τώρα που δεν πονούσε. Γιατί εκείνο το πουλί ήταν αηδόνι· κι όταν αηδόνι κελαηδά σε κέντημα γυναίκας, καμιά πληγή της δεν πονά. Και σκάλιζε, σκάλιζε· αγκάθι πουθενά, τ' αηδόνι το σκοπό του. Ώσπου έφτασε το βελόνι βαθιά, ως την καρδιά σιμά. "Μη" της φώναξε τότε το πουλί· " Αυτό τ' αγκάθι έρωτας". Μα ως την είδε θλιμμένη πολύ, πέταξε κι ήρθε κοντά, σ' άλλο κλαδί στο κέντημά της. Κι ίσια κοιτώντας την στα μάτια, της είπε νέο τραγούδι. Κι ένιωσε μέσα της τ' αγκάθι να φτεροκοπά, ωσάν λαχτάρα και χαρά. Και πήρε πάλι την κλωστή και κέντησε ξανά κλαδιά και φύλλα· και τον έρωτα κέντησε...



Η εξομολόγηση ενός νεκρού ποιητή

-Όλα τα ποιήματα τα έγραψα τον καιρό που ήμουνα με κείνη, όμως για τον καημό μιας άλλης.
-Και πώς το πήρε αυτή;
-Νόμιζα πως το 'νιωθε τιμή της, ώσπου...
 -Τι;
-Ώσπου χωρίσαμε.
-Και τότε;
-Τότε με εκδικήθηκε.
-Πώς;
-Έσβησε ό,τι είχα γράψει.
-Μα αυτά ήταν γραμμένα μ' αίμα; -
Με ήξερε καλά, κυκλοφορούσε μες στις φλέβες μου.
-Δεν πειράζει, εσύ θα γράψεις άλλα.
-Τα έσβησε κι αυτά;
-Πώς γίνεται;
-Έχυσε δηλητήριο μες στην ψυχή.
-Τι δηλητήριο είναι αυτό που σβήνει τα μελλούμενα;
-Η ματαιότητα.

Απομαγνητοφώνηση: Βαγγέλης Φίλος



Το ποίημα

Είπε τ' αηδόνι, "εγώ θα γράψω ποίημα"· κι άρχισε να κελαηδάει θλιμμένα. Και τότε η βασίλισσα του πράσινου δάσους έστειλε φρουρούς και συνέλαβαν το "ανόητο" πουλί. Και το έκλεισαν σε κλουβί. Εκείνο τότε σιώπησε. Μα ήτανε εκείνη η σιωπή παράξενη. Αλαφιάστηκαν όλα τα πουλιά· και σταμάτησαν κι αυτά να κελαηδούν. Και η βασίλισσα λυπήθηκε. Και διέταξε να ελευθερωθεί τ' αηδόνι. Εκείνο χαμογέλασε όταν του άνοιξαν της φυλακής την πόρτα. Και καθώς πέταξε στις πρώτες φυλλωσιές άρχισε να τραγουδάει χαρούμενα. Κι έλεγε στη γλώσσα της ποίησης: Η θλίψη φέρνει τη χαρά και η χαρά τη θλίψη. Κι ήταν αυτό, μαζί με την ενδιάμεση σιωπή, το πιο ωραίο ποίημα.



Παραμύθι

Κάθε πρωί ένα πουλί ερχόταν στο παράθυρό της. Γλυκά ξυπνούσε στο κελάηδημά του. Έτρεχε τότε αυτή χαρούμενη, με την πρώτο φως ακόμα στα μάτια της, κι άνοιγε τα παραθυρόφυλλα. Μα το πουλί, τότε, σώπαινε· θλιμμένα την κοιτούσε. Το ρώτησε μια, το ρώτησε δυο, το ρώτησε τρεις, το ρώτησε μέρες δεκατρείς.
-Γιατί καλό μου;
Το πουλί δεν έλεγε ν' ανοίξει το ράμφος του. Περίμενε να κλείσει το παράθυρο να τη βρει πάλι στον ύπνο της την άλλη μέρα, πάλι γλυκά να την ξυπνήσει. Μια νύχτα εκείνη δεν κοιμήθηκε· την βρήκε η Αυγή στο παραθύρι· πουλί δε φάνηκε. Είδε εκεί το μήνυμά του:
- Εγώ θα κελαηδώ στα όνειρά σου.



Θέλω να μ’ αγαπάς

-Θέλω να μ’ αγαπάς της είπε κι εκείνη στέναξε, γιατί ήξερε πως δεν… Όμως, δεν είχε νοήσει τα λόγια του. Γιατί πάνω από τα γήινα είχε αιωρηθεί ο μέγας έρωτας. Και η επιθυμία είχε βρει μια ρωγμή στο παλιό του πρόσωπο κι ανάβλυζε από εκεί γεμάτη προσδοκία. Καθώς η γλώσσα έπαψε πλέον να ηχεί και εκείνη απέστρεψε το βλέμμα, σίγουρη πως είναι πρέπον να μαρμαρωθεί, πήρε κι αυτός τη λύρα. Και χύθηκε το πικρό παράπονο, παντού. Μα δεν είχε χρώμα το σύννεφο, δεν είχε η θάλασσα καημό, δεν είχε ελπίδα το φιλί. Δεν είχε μαύρο ρυθμό το ποίημα.
-Ας τη φωτίσει ο Θεός.
Ήταν όμως οι καιροί που οι θεοί είχανε πάρει το μέρος των μικρών και με το Δίκαιο τους βουλεύονταν και με την ευτέλεια των τιποτένιων κυβερνούσαν. Ήταν οι καιροί που όλα τα αιθέρια είχανε την μορφή της αδυσώπητης ματαιότητας, αυτός πονούσε… πήρε τότε την πένα. Και καθώς έσταζε παντού το πορφυρό, την άφησε, επήρε το μαχαίρι. Και σκάλισε στη βαλανιδιά σημάδια, έμοιαζαν με ευρετήρια παλιών παραμυθιών. Την είδε εκεί να φεύγει, όπως ο πρώτος χρησμός το είχε πει κι ένιωσε την λύπη να τινάζεται από παντού σαν σκοτωμένο αίμα. Κι αισθάνθηκε το άδικο, αλάτι στην πληγή να καίει την αντίσταση του. Έτσι αφέθηκε στον ποταμό που όλο φούσκωνε. Και δεν έμεινε γιοφύρι όρθιο κανένα. Κι άλλο ξανά δε μίλησε, μόνο φάνηκαν τα χείλη του να συλλαβίζουν άηχα μια προσευχή και υψώθηκε το χέρι πάνω από την κεφαλή ωσάν αντίο. Ήξερε τώρα πώς ήταν η τελευταία του αναλαμπή. Ύστερα σαν όλες τις αρχαίες ταλαντώσεις ήταν γραμμένο να αφεθεί στο έλεος της απόσβεσης του χρόνου… αν βρεθεί ο χρόνος πριν από την έλευση του άλλου που λύνει τους γόρδιους κλέβοντας την ανάσα.



Ήχοι και στίχοι

-Θέλω τον ποιητή μου, μου λέει.
Τρέχω στα παλιά συρτάρια. Ανασκαλεύω μνήμες, λέξεις, νεανικούς έρωτες...τίποτα. Μοιάζει το κάλεσμα να έρχεται από ένα μέλλον βαθύ. Πηγαίνω εκεί.
-Μην είσαι μόνον αέρας; με ρωτά. Ακούω τα φωνήεντα που τα σέρνει ξεψυχισμένα.
-Δεν είμαι αέρας, είμαι η πνοή σου. Χαμογελά. Παραδίδει τους ήχους της σε μιαν άρνηση κραταιή, λιγοθυμάει η φωνή στο κρεσέντο. Γυρεύω το ποίημα στο απύθμενο, οπού γκρεμνός κι ωκεανός. Βυθίζομαι στο ανείπωτο. Ανοίγω την αγκαλιά μου, χάνεται· σβήνω μες στην κραυγή της.



Σύγκορμη*

 -«Η σιωπή σας είναι το ίδιο ρητή και εκκωφαντική με την πιο μακρήγορη και εξομολογητική κραυγή σας». Ψάχνω, γυρίζω, τι να δω; «Σύγκορμη η Ομορφιά» της. Διαλέγει τις λέξεις, ζυγίζει το νόημα, χαμογελά:
 -«Αγαπητέ μου». Σκέφτομαι πρώτα τη σιωπή κι ύστερα τα ρήματά μου. Ξεχνιέμαι.
 -Πώς βρέθηκε αυτή εδώ;
-«Τιμή μου να σ’ ακολουθώ».
-Δική μου, ψελλίζω η τιμή, δική μου κι η λαχτάρα. Αφήνω το μισό να ακουστεί, τ’ άλλο μισό το φυγαδεύω. Μην τύχει και φανεί ακύμαντος ο πόθος. Τινάζει πίσω τα μαλλιά, λικνίζει τα γυμνά της. Καλώ τις λέξεις μου για να με σώσουν. Μένουν κι αυτές μετέωρες, στάζει παντού το θαύμα. Μου δείχνει πέρα, εκεί στον άλλο χρόνο. -«Πλατωνικό χωράφι η ενθύμηση», μου λέει, «που ούτε η βροχή το θρέφει, ούτε η φωτιά το καίει».
-Αυτή δεν είναι του μυαλού μου, μονολογώ, δεν είναι από όνειρο κανένα. Με πλησιάζει, μ’ όλα τα κόμματα σε θέση ευθύνης. -Α, Το κορίτσι με τις «ξύστρες». Βλέπω τις λέξεις της να με κοιτούν ορθάνοιχτες. Λυγίζουν ανεπαίσθητα, ίσια που να φανερωθεί η θηλυκή τους χάρη. Γυρίζω πίσω να κρυφτώ στους πονηρούς χρησμούς μου. -Θα ‘ρθει η ώρα και η στιγμή… Με προλαβαίνει η σαϊτιά, πριν αποσώσω τον λόγο.
-Εδώ η ώρα κι η στιγμή. Λιγοθυμάει το βλέμμα. Θυμάμαι πάλι τη σιωπή των παλιών μου σελίδων. Μου μοιάζει τώρα μουσική. Άλλος ο κρότος, άλλη η κραυγή, τώρα μονάχα η φωνή.
-Τι όμορφη που είσαι…
-«Θέλει το συν η ομορφιά», μου λέει και με βυθίζει στη δίνη της τέλειας πρόκλησης. -«Αγαπητέ μου».
 -Αγαπημένη.

*Βασισμένο στις ποιητικές ανταλλαγές με τη φίλη Κόρα Μαίη. Τα εντός εισαγωγικών της ανήκουν



Επιστροφή*

-«Θα γυρίσω», μου λέει, το ποίημα.

Το βλέπω. Όρθιο, δωρικό κι αγέραστο. Σα να μην πέρασαν δεκαετίες τρεις απ’ το κορμί του.

-Μα τι μου λες; δε θέλω άλλο τους χρησμούς σου. Τώρα ηχείς γαλήνια, ήσουν εσύ η κραυγή μου.

Λάμπει το μάτι. Λες και από τότε ήξερε, πώς θα αντηχήσει η φωνή σε χίλιους τοίχους και θα γυρίσει πίσω ημερωμένη, προφητεία.

-Πότε; ρωτώ.

-«Αργότερα» , μου απαντά. Κι ύστερα, καθώς το επίρρημα φέρνει το χρόνο κοντύτερα, προσθέτει με αταραξία:

-«Αργά, δεν ξέρω πότε».

Ως την απελπισία σκέφτομαι, ως πριν τη συντέλεια, θυμώνω. Ο χρόνος κυλά,  ο χρόνος χάνεται, ουδείς. Λιποψυχώ, σβήνω και κρύβω, κρύβομαι, ατάραχο επιμένει:

-«Όταν σωπάσουν οι άνεμοι».

Θυμάμαι το γυμνό κορμί, την πέτρα μου θυμάμαι. Και εκείνη την λύσσα τ’ ουρανού. Έξω φυσάει ο πόνος μου, μέσα μου σκάει το κύμα. Όταν, μου λέει. Ηχούσε τότε την ελπίδα, και την απελπισία μου ηχούσε. Τώρα, κουδουνίζει τη σιγουριά του θαλασσοδαρμένου. Άχρονο κι άχραντο, βαθύ το νόημα του.

-«Όταν στερέψουν οι λέξεις
και μάθουν τα μάτια σου να μου μιλούν».

Ω! αυτές οι λέξεις των χειλιών. Κάθε τους γράμμα ένα λεπίδι. Ν’ αδειάσει όλη η ψυχή, πότε θ’ αδειάσει; Να  βασιλέψει η ανυδρία της κίτρινης ερήμου και να χαμογελάσει ξανά η επιθυμία στον αντικατοπτρισμό ή στην αλήθεια. Τα μάτια που κοιτούν αλλού, δεν ξέρουν να μιλούν, τα μάτια. Ίσια θα κοιταχτούμε.

-Μα τι ελπίδες είναι αυτές; πλανεύτρες; Πότε;

-«Όταν τελειώσουν οι θυσίες
Και οι κραυγές σου γίνουν ψιθυρίσματα»

Πόσες σπονδές, τι σπαραγμοί. Πού να μ’ ακούσουν οι θεοί, μαύρα πουλιά που κρώζουν στην αυλή μου. Ποιος θα γυρίσει πίσω τη ζωή ψιθυριστά να μου μιλήσεις πάλι; Ποιο ουρανός, ποια θάλασσα θα  μου φανερωθεί απ’ το μέλλον, να με δροσίσει η αύρα του, ποιο κύμα; Και πώς να γίνουν οι κραυγές αναπνοές αγάπης; Θαύμα; Μα ναι, εσύ μιλάς για θαύμα.

-Πότε;

«Όταν τα όρη συμφιλιωθούν με τον ουρανό
και οι αστραπές γίνουν παιγνίδι».

-Ναι, βλέπω την πίστη σου, κινεί βουνά, την προφητεία σου, το αίνιγμα της βλέπω.

-«Θα γυρίσω».

Βαγγέλης Φίλος

*Τα εντός παρενθέσεων, με τη σειρά που εμφανίζονται στο κείμενο, συγκροτούν το ομώνυμο ποίημα, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Ενθαλπία», 2005.



Θα φύγεις;

Τον βρήκα εκεί, στο ξέφωτο, στ' αλώνια· κοιτούσε μακριά.
-Θα φύγεις πάλι;
-Όχι!
Μ' άφησε άφωνο η απορία, ώσπου είδα κι εγώ· μια θάλασσα πλατιά, γαλάζια είδα. Και το μεγάλο βουνό να ταξιδεύει· και τα παιδιά να κωπηλατούν στις ράχες του· και το άγραφο άκουσα, να αναγγέλλει το θαύμα. Και τον ποιητή είδα να αναπαύεται στη γαλήνη του.



Άυλα

Κι έμεινε εκεί, με το βουνό στην πλάτη-παλιό βουνό, λευκό βουνό. Γαλήνιος μες στη φωτογραφία. Μοιάζει να πάγωσε η στιγμή, λίγο μετά ή λίγο πριν, δεν το θυμάμαι να το ιστορήσω. Ξαστόχησε η λήθη στην επιμονή της, αλλού τραβάει σβήνοντας τ’ ασήμαντα. Αστράφτει το χιόνι στο παιδικό μάτι. Όχι, είναι διάθλαση ό, τι ορά στην κατηφόρα του θανάτου.
-Μη την φοβάσαι τη λέξη, μου φωνάζει. Γράφω:
-Αθώα η πέτρα, και η ανάμνηση.
-Αθώα! Τώρα το ψεύδος κρύβει αδέξια τη μοχθηρία του.
-Που είσαι μικρή μου αγάπη; Μόνο αυτή. Έχει το τεκμήριο της νεότητας. Δεν έμαθε ποτέ. Έγινε μνήμη, πριν χαραμιστεί και χαραμίσει. Οι άλλες περιφέρονται, δέσμιες των ενστίκτων.
-Φύγε! Αλλού το κρύο, αλλού η λεπίδα. Πάσκιζε να προστατευτεί, τώρα, το πήρε το βουνό και ταξιδεύει. Φορτίο ασήκωτο τις πιο πολλές φορές, άλλες ανάλαφρο μες στο γαλάζιο αιθέρα, όταν συνθλίβει το μέγα χρέος το κορμί και ξεπετιέται η ψυχή και φεύγει, φεύγει και πετάει για να τον σώσει, να σωθεί. Ανιχνευτής, δραπέτης και ταξιδευτής. -Πού είσαι τώρα; Κουνάει τ’ αγκυλωμένα πόδια , θρυμματίζει την ακινησία, γυρίζει πίσω και χαμογελά.
-Με το βουνό στην πλάτη.

Οι άλλες εκδόσεις μας, συνδεθείτε!

Αναγνώστες

επισκέψεις