Ανέκδοτα ποιήματα(δ)

*
Το νέο χρόνο θα τον φέρουνε τα χελιδόνια. Θα σας δω ξανά την άνοιξη.

*
Κι εκεί,
στον πρώτο ύπνο μου επάνω,
ήρθε ένας ήλιος·
και μια φωνή με πρόσταξε,
"σήκω να δεις το θαύμα"!
Και είδα μιαν Άνοιξη
ν'ανθίζει στο χειμώνα.
Ήσουν εσύ, γυμνή,
μισή στο λουλουδότοπο,
άλλη μισή στο χιόνι.
Και με καλούσες και μου γελούσες:
ευτυχισμένος ο νέος χρόνος!

Φωτογραφικό

Μαύρα πουλιά,
όρθια στα γυμνά κλαδιά
και στον υγρό καθρέφτη κρεμασμένα·
κι ο ήλιος, ο ήλιος επίμονος
στην ύστατη ελπίδα.
Ακινητεί η Κυριακή στους καλαμιώνες,
άλλη μια λύπη.

Αράγιστη

Τα σπαραγμένα πρόσωπα,
είναι μες στους καθρέφτες,
έξω μονάχα αράγιστη η πέτρα.

Έλα, γράψε κοφτά.
Με θραύσματα νοημάτων
φτιάξε τους στίχους σου,
με ήχους εκρήξεων.
Και μη μου δίνεις χρόνο να σκεφτώ,
η μνήμη είναι ο δήμιός μου.

*
Καμιά χαρά ποτέ
δε νίκησε τον πόνο το μεγάλο,
μόνο εκείνη η συννεφιά η γλυκιά
που τη λένε θλίψη.
Γι' αυτό τα παραμύθια μου
είν' όλα λυπημένα.

*
Θα με κοιτάξεις,
εκεί από ψηλά
και εγώ θα φεύγω.
Γιατί δεν θα 'χω τόπο να σταθώ,
μάτια να ιδώ,
όλα τα ξόδιασα στο πέρασμά σου.
Ρίξε Θεέ μου λίγο χιόνι,
μήπως κι ασπρίσει η ψυχή μου,
ρίξε.

Εμπόλεμο

Έχω στα μάτια μου κάθε πρωί
μιαν απειλή,
το μαύρο σύννεφο που σκέπασε τη γη,
τον ουρανό π' αστράφτει·
είναι η ακήρυχτη βροχή, αυτές οι λέξεις.
Βουίζουν στην ησυχία μου, αναδεύουν τη μνήμη,
κραυγάζουν, κλαίνε, σβήνουν, σιωπούν.
Κι εκεί που λες θ' αναπαυτείς ακούς την μουσική τους,
το μυστικό τους αίνιγμα, τη σκοτεινή τους προφητεία.
Όλη την μέρα παλεύω με τις λέξεις μου·
στο τέλος με νικούν,
γίνονται ποιήματα και φεύγουν.

*
Έρχεται η ώρα οπού συλλογίζεται κανείς τις απουσίες του, που γέμισαν τόσες σελίδες, κι αισθάνεται γαλήνιος, λες και δεν πέρασε ούτε μια μέρα μοναξιάς απ' τη ζωή του. Σβήνει, τότε, όλες τις παλιές προσδοκίες κι αφήνει λευκή μια μόνη επιθυμία: το άγραφο ποίημα της ζωής του.

Χριστουγεννιάτικο*

"Είναι ωραίο να γράφεις ποιήματα. Όμως ακόμα πιο ωραίο είναι να γράφεις παραμύθια. Γιατί ο πόνος είναι ψεύτικος στα παραμύθια· και κάθε φορά που πας να πλαντάξεις, ξέρεις πως θα μετακινηθεί, μαγικά, η μεγάλη πέτρα κι η φυλακή σου θα σβηστεί. Και θα βγεις στο παιδικό σου ξέφωτο, χωρίς καμία θλίψη, χωρίς ραγισματιά στο πρόσωπό σου. Και θα 'ναι απόγιομα καλό· θα έχει ακόμα ήλιο, να τρέξεις στους παλιούς σου φίλους, να παίξεις να χαρείς και να χορτάσεις. Είναι ωραίο να γράφεις ποιήματα, όμως είναι φορές που αυτά είναι δαιμονισμένα. Πιάσε την πένα ποιητή και γράψε παραμύθια

* Είν' ένα γράμμα αληθινό, δεν είναι παραμύθι.

Μεθεόρτιο

Και τώρα;
τι να γράψω τώρα;
για αυτή που έφυγε;
γι' αυτή που όλο έρχεται;
-απόμεινε το χέρι στην αντηλιά
να περιμένει,
πότε σε θέση ανάμνησης
και πότε προσδοκίας,
πάντα σκιά στο βλέμμα π' αλαργεύει.
Τι να σου πω;
στα περασμένα μου σε βρήκα
και στα μελλούμενα πάλι σε χάνω.
Αγάπησες μου λεν' τον ποιητή,
-αυτός γνωρίζει να σωπαίνει-
ώρα να φύγω από παντού
ο λόγγος μου με περιμένει.

*
Απόψε θα 'ρθουν οι καλικάντζαροι· ας έρθουν.

Απανταχού απουσία

-Πού είναι η αγάπη; Τη ρώτησα και μου ‘δειξε:
-Εκεί! Κι ήταν το εκεί παντού και πουθενά. Κι είχαν και τα δυο την απόγνωση του απρόσωπου. Κάθε που άπλωνα έβρισκα το κενό και μια υπόσχεση που έμοιαζε του Θεού. Μεγάλη, απέραντη και άδεια. Κι ύστερα, η ομίχλη ανέβαινε απ’ το βαθύ φαράγγι, λευκή, γαλήνια κι ωραία.
-Πού είναι η αγάπη;


Σχόλιο

Να γίνει η φιλία βαθιά
Να βρει ο έρωτας φωλιά
Που κρυώνει. Β.

*
Πάμε να φύγουμε· πριν επιστρέψουν τα αναίτια χαμόγελα, πριν γεννηθεί το άλλο ποίημα. Εξάλλου, όπου να 'ναι θα χιονίσει· και θα είναι παράταιρες στο λευκό οι μαύρες μας προφητείες. Πάμε να φύγουμε...

*
Έλα να πετάξουμε
τα κουρασμένα μας
κορμιά
στο στρώμα,
στη μια γωνιά εγώ,
στην άλλη εσύ,
ναυάγιο σε νησί·
μπορεί αγαπηθούμε.

*
Αφού τόσο πολύ μ' αγάπησαν,
εγώ γιατί είμαι μόνος;

*
Το "τέλος" δεν το γράφεις,
το σκαλίζεις.

*
Το "φεύγω" δεν το γράφεις,
το κεντάς
κι ύστερα το κουνάς,
μαντήλι.

*
Πάμε να φύγουμε,
εδώ δε μας θέλουν.

*
Απόψε ονειρεύτηκα πως κρύωνα
κι ήρθες εσύ και μου είπες:
πώς είναι δυνατόν να κρυώνεις,
αφού σε αγαπώ;
Και τότε ξύπνησα κι εσύ έλειπες
κι έξω χιόνιζε μια λύπη λευκή.

*
Και πώς τη νιώθεις την αγάπη;
Όπως το χιόνι·
πρώτα σου δίνει τη χαρά κι ύστερα,
καθώς απλώνεται παντού λευκό σεντόνι,
σε τυφλώνει.

*
Θα βγαίνω κάθε μέρα και θα κελαηδώ,
κι ύστερα εσύ θα μου γελάς,
και μη έχοντας άλλο την έγνοια μου,
θα φεύγεις.

*
Γράψε, μου λέει,
θέλω να κλάψω.
Άνοιξα τότε κι εγώ
τους κρουνούς της ανάμνησης
κι άφησα να χυθεί η χρυσή βροχή.
Κι όσο κρατούσαν οι λυγμοί
ανέτειλε το νιο φεγγάρι.
Κλάψε!

*
Δική μου κι απόψε η βροχή,
ολόδική μου.

*
Φοβάμαι το νιόβγαλτο
πού ανεμίζει την τόλμη του·
και τι να πω εγώ απόστρατος,
απόμαχος και αποκαμωμένος,
με δέκα ποιήματα ασπίδα;
άντε ας είναι και διακόσια.
Φοβάμαι το νιόβγαλτο
που έχει χρόνο, ν' αμαρτήσει,
ν' ανορθωθεί, πάλι να κράξει:
Ποιος είσαι εσύ;
πες μου λιπόθυμε;
ποιος είσαι;

*
Εκεί που τριγυρνάς στις αναμνήσεις σου,
μπορεί και να συναντηθούμε.
Δεν είμαι σίγουρος πώς θα φοράμε
κι οι δυο την παλιά μας αθωότητα·
 άσε λοιπόν, καλού-κακού,
να σβήσει η ουλή από το πρόσωπό μου.

*
Καμιά δεν έφυγε
γιατί ποτέ καμιά δεν ήρθε·
καληνύχτα σας.

*
Ακούς Μαρία;
Το προαύλιο της φυλακής
είναι κι αυτό μια φυλακή,
όλη δική σου.

*
Όλες οι τρυφερές οι σκέψεις μου
μαραίνονται στο ψέμα·
δείξε μου: είσαι αληθινή;
ύστερα, γίνε μύθος.

*
Στείλε μου έναν φόβο,
να φοβηθώ,
τον άλλο φόβο να νικήσω.

*
-Πώς σε λένε;
-Μαρι-άννα!
-Κι εγώ που χρόνια σ' αγαπούσα ως Μαριά-ννα;
-....

"Φτάνει"

Όλη τη μέρα έπνιγε
όσα γεννούσε στα όνειρά της.
Φτάνει Κυρά μ' αυτό το φονικό,
ό Έρωτας δεν πεθαίνει.

Φθινοπωρινή νύχτα

 –Δος μου τη θύελλα για να γράψω!
-Πάρε την τρικυμία μου!


Χαϊκού

Στη θάλασσά σου
ολόλευκο καράβι
ναυάγησε με

*
-Δεν έχω αγάπη,
ούτε κρινάκια στην αυλή μου·
εξάλλου, δεν έχω αυλή,
δεν έχω τίποτα...
-Όμως το τίποτα
είναι πολύ στις μέρες μας,
κουράγιο!

*
Η δική μου ποίηση είναι η μύτη ενός σπασμένου βελονιού που μπήκε στις φλέβες μου και την οδηγεί το αίμα αργά-αργά προς την καρδιά. Και να σκεφτείς πως ήθελα μόνο να βγάλω απ' το χέρι κείνο τ' αγκάθι το νεανικό, που πολλοί το λένε έρωτα.

*
Ν' αναστηθεί η ψυχή
να βρει τη φλόγα το κορμί,
έρχεται κρύο.


*
Ήτανε πάλι Κυριακή και δεν πονούσε· γιατί όλες τις Κυριακές ερχόταν εκείνη, άλλοτε από το παρελθόν, άλλοτε από το μέλλον, άλλοτε από το τώρα, του χαμογελούσε. Δεν ήξερε αν ήταν πρωινό όνειρο, μεσημεριανή επιθυμία ή βραδινή κατάνυξη. Ήτανε όμως Κυριακή.

*
Σου υπόσχομαι
ένα είδωλο ευκρινές.
Ο καθρέφτης σου.

*
Να σου χαρίσω
ένα φρέσκο χαμόγελο;
Όλη τη νύχτα το πότιζα
ν' ανθίσει.

*
Και τι σου μένει ως ανάμνηση;
ο ήχος του πληκτρολογίου,
οι εικόνες, ένα χαμόγελο ζωγραφιστό∙
κι η υγρή μεταμεσονύχτια επιθυμία.
Αυτά· και πολλά σού είναι.

*
Ανωνυμίες

"Πρώτα γράφεις,
μετά πεθαίνεις.
Στο τέλος γίνεσαι διάσημος·
και για τα ποιήματα
και για τον κακό σου χαρακτήρα.
Μη βιάζεσαι".

*

Μαύρες σκέψεις
βρέχει σήμερα ο Θεός,
πού είσαι;

*
-Καληνύχτα! Όχι, όχι· θα βγάλω αυτόν τον όρθιο θαυμασμό που σου μοιάζει με θυμό. -Καληνύχτα... Είδες; τώρα έβαλα εκείνα τα αποσιωπητικά, τα εννοούμενα· θα' ρθω αργότερα στο όνειρό σου. Θα βγάλω και μια τελεία, έτσι για να είναι ανορθόγραφη η ευχή, μόνο δική σου. -Καληνύχτα..

Ο άγγελός σου


*
Πήραν τη νύχτα μου οι λέξεις, πάνε· τώρα περιφέρομαι σ' ασβεστωμένες αυλές, φωτίζω ασπρόμαυρες αναμνήσεις, λαλούν πουλιά, η Άνοιξη επιστρέφει, λίγο επιστρέφει ως να αναληφθεί, φωτίζω.

*
Φοβόταν, ως γυναίκα φοβόταν. "Είσαι καλεσμένη, δεν πρέπει να αργήσεις". Ήταν το "αρσενικό", που έκρυβε μέσα της, αυτό που την οδηγούσε ατάραχη στο ραντεβού της μοίρας. Δεν άργησε. Δόθηκε, όπως οι περιστάσεις το απαιτούσαν. Χωρίς δισταγμούς, χωρίς αναστολές. Με την αίσθηση του ιερού δικαιώματος. " Δε γίνεται να περιμένει ο έρωτας". Συνέβη λοιπόν αυτό που ως γυναίκα την τρόμαζε, αλλά ως ύπαρξη το λαχταρούσε. Ύστερα; Μην ρωτάτε για το ύστερα.

*
Και καθώς, ένας-ένας οι δικοί της νεκροί πήραν το δρόμο της φυγής, δεν της έμεινε κανείς να τον θρηνήσει. Κάλεσε τότε αυτόν που σκότωσε. Δεν ήρθε· γιατί τον είχανε κλάψει πολύ, προτού πεθάνει, και έμπλεος δακρύων είχε αποσυρθεί στα εσώτερα της σιωπής του.

*
Να γυρίζεις κάπου-κάπου στο παρελθόν σου. Να ασπρίζεις την αυλή των αναμνήσεων, να ξεσκονίζεις την κατοικία των παλιών ονείρων. Θα ‘ρθει καιρός που δε θα έχεις πού αλλού να πας.

*
Τα ποιήματα είναι το στιγμιαίο καταφύγιο για όσους λιποψυχούν μπρος στη σκληρότητά τους.

*
Να απλώσω τους στίχους μου να σε αγγίξω;

*
Τις Κυριακές ξυπνώ με τη χαρά μιας ελπίδας. Δεν ξέρω γιατί. Β.

*
Ευχαριστώ Θεέ μου που φύτεψες εδώ ετούτο το βουνό και μου 'δωκες μελάνι κι αίμα για να ζω. Β.

*
-Να μείνω ή ν' αναληφθώ;
-Θα φύγω.

*
Ποιος φύτεψε εδώ αυτές τις πέτρες;

*
Μα πότε πρόλαβες να ξεχάσεις ό,τι δε γνώρισες;

*
Έφερε το φθινόπωρο νωρίς, τον άνεμο, τη βροχή, όλο το κίτρινο∙ και τα χρυσάνθεμα. Είχε μιαν αίσθηση πώς την παράταση του καλοκαιριού θα την διαδεχτεί η εισβολή του χειμώνα· και δε θα προλάβει η θλίψη του να ταξιδέψει. "Μα τι ιδέα, ακόμα δεν ετρύγησε τα κόκκινα σταφύλια· Τι ένστικτο και τι αυθαιρεσία· να θέλει το ποίημα να προηγηθεί του καιρού του". Αυτά μουρμούριζαν οι άλλοι, μια Κυριακή ηλιόλουστη, πλανεύτρα. Όμως αυτός είχε μιαν αίσθηση θανάτου· ήξερε πώς όλα τα πράσινα φύλλα νεκρά θα τα σύρει ο άνεμος στο χώμα.

*
Ναι, αυτό δεν είναι πλατανόφυλλο, είναι η πορτοκαλί παλάμη μιας ανάμνησης που περιφέρεται από άνεμο σε άνεμο.

*
Χορεύουν πεταλούδες
στα μάτια μου
Είναι ο έρωτας
που βγήκε απ' την καρδιά
και φτερουγίζει πριν χαθεί


*
Βρήκα εκεί στα χωράφια
κάτι ποιήματα·
έλεγαν πως είναι πουλιά.
Όμως εμένα
δε με ξεγέλασαν, εμένα.
Γιατί τα πουλιά
δεν κατεβαίνουνε φθινόπωρο στο χώμα,
πετούν,
στον ουρανό της θλίψης μου
πετούν.

Φθινόπωρο

Βρέχει.
Όμως τις μάζεψα
τις αναμνήσεις
που είχα απλώσει
να λιαστούν,
ας βρέξει.

*
Α, το δάκρυ! είναι η ομορφιά της ψυχής που στολίζει τα μάτια.

*
Να το πω απλά, λιτά, αντιποιητικά: Μπορείς να σβήσεις ό,τι υπήρξες, μόνο που θα γίνεις άλλος άνθρωπος. Λίθινος.

*
Δεν ήταν κακός, αληθινός ήταν. Έτσι ο δικός του αποχαιρετισμός είχε σ' ένα μαντίλι τον πόνο και σε μια χαρτοπετσέτα την αγάπη.

Χαρισμένο*

Τα λόγια που δεν είπα
τα 'πνιξαν μεθυσμένα φιλιά,
τα 'κλεψαν μυσταγωγίες
φλεγόμενων κορμιών.
Είναι κι αυτή μια αγάπη,
ασύνταχτη, ανορθόγραφη,
αναρχική

*Η πρώτη γραφή σε χαρτοπετσέτα.

*
Και τώρα
πού θα βρω πηλό;
Και πού Θεό
να σε φυσήξει;

*
Θέλω να γράψω
ένα ποίημα ανάρμοστο.
Θέλω να φτύσω.
Όλα τα εύηχα να σβήσω.
Να μείνει η πικρή χολή,
το δηλητήριο, όλα τα σύμφωνα
που ηχούν την ασχήμια μου.
Να μείνω εγώ, εσύ
κ' η μαύρη τρύπα.

Θα γράψω ένα ποίημα σκληρό
-άχρηστο ποίημα-
για αυτές που θυμούνται τα ψυχιατρεία
κάθε φορά που η ποίηση τις υπερβαίνει
και κουβεντιάζουν με τη σιγουριά
των ανέραστων κορασίδων
-πρώιμα κλείδωσαν τις επιθυμίες,
εκεί που τυχαίως ευδοκίμησαν·
εύκρατες αναδείχτηκαν οι μικρές ζώνες,
της τεκνοποίησης και του περίγυρου χρόνου-
Θα γράψω ένα ποίημα σκληρό,
σαν την εκδίκησή σου.

*
Πόσο; Τόσο, ψιθύριζε κ' έδειχνε ως το Θεό. Μα ήταν αυτή αγάπη παράξενη· κάθε που άνοιγες μιαν αγκαλιά σου 'λεγε, όχι!

*

*
Στείλε μου γράμμα Λένε πώς τα φιλιά απόψε ταξιδεύουν ολόφρεσκα στις θάλασσες. Μη με ξεχάσεις. Β.

*
Ας γράψουμε και μια σκέψη πεζή: Στα αισθήματα δε χωράνε πιέσεις. Η σου τα προσφέρουν αβίαστα οι άλλοι ή άστα να πάνε.

*
Μα τι να σβήσω, που τα μισά τα έσβησε ο χρόνος, τ' άλλα μισά εσύ;

*
Μήπως δεν είναι Κυριακή; Όλες τις Κυριακές με αγαπούσες.

*
Ένας πίνακας, ένα κοτσύφι από κιμωλία, ένα ποίημα από χιόνι· κι εσύ μ' ένα σφουγγάρι. Αστράφτει καθαριότητα η ζωή· μαύρο στο μαύρο.

*
Πού είναι το τέλος; Στο φράχτη της αυλής μου είναι το τέλος. Έξω από εκεί μόνο μια θάλασσα μακριά· πολύ μακριά, πέρα απ' τη Δύση μου.

*
Αυτή η θλίψη των ποιητών ύβρις είναι στο πένθος μου. Φοριέται σε πλάνα χαμόγελα· σε λάγνα μάτια. Εγώ τη θέλω τη λύπη μου πληγή, κραυγή και θάνατο τη θέλω.

*
Και να που έφτασα στα όριά μου, έως το φράχτη της αυλής μου δηλαδή.

*
-Θα κεντώ, χιλιόμετρα εξοχής θα κεντώ. Έτσι μου είπε και γέλασε ψηλά απ' τ' όνειρό μου.

*
Μη λες τίποτα, ο έρωτας κρύφτηκε στις ρυτίδες των αρχαίων ρημάτων· οι ελπίδες γέρασαν. Το σήμαντρο της παλιάς εκκλησιάς έγινε πέτρα, ηχεί ακατάληπτα η πέτρα·  και ο σαλπιγκτής πνίγεται στο ζωγραφισμένο κύμα. Μη λες τίποτα, μόνο πάρε μια χούφτα αλάτι, κάψε τις πληγές και περίμενε.

*
Εγώ,
στη σκόνη μου θα διαθλαστώ·
κρύσταλλοι μνήμης
θα ορίσουν τη νέα διαδρομή μου·
τι θέλει νομίζετε το φως
για να βρει τη μαγεία
των χρωμάτων του;
Ένα θραύσμα μικρό,
κι ένα ποίημα.


*
Συναντηθήκαμε στο λιβάδι της παλιάς αθωότητας και μπερδεύτηκε στο παιγνίδι μας ο έρωτας. Έχει χρόνο πολύ ώσπου να γείρει ο ήλιος. Έλα, θα μεγαλώσουμε ξανά όταν χορτάσουμε την παιδική μας ηλικία.

*
Και καθώς έλαμψε η οθόνη χαμόγελα, έδωσε η χαρά συνέχεια στο ποίημα. Και είδα την αγάπη σου σημάδι πορφυρό στην αυλή μου. Κι ως χάιδεψα τα μαύρα πλήκτρα, χύθηκε ομορφιά στις λέξεις και έρωτας λευκός στην ψυχή. Και δεν είχε πόνο κανένα η νύχτα, δεν είχε σκιά καμία το όνειρο, δεν είχανε "μη" τα λόγια σου∙ φίδι κανένα πουθενά· και η γυναίκα βασίλευε στον παράδεισο.

*
Και καθώς έσταξε ξανά η αλμύρα της αγωνίας του, είδε ότι δεν είχε άλλο λευκό για να μιλήσει. Τράβηξε τότε την κλωστή κι άρχισε αράδες-αράδες να ξηλώνει τα χρόνια του. Και όπως τυλίχτηκαν στα πόδια του τα περασμένα, δεν είχε πού αλλού να απλώσει την ύπαρξή του. Εκείνη την ώρα, μες στην απόγνωση, ακούστηκε ήχος βαθύς. Κι άρχισε να διαλύεται όλη η αλληγορία. Κι έμειναν μόνο κάτι λεξούλες ασήμαντες να τον θυμίζουν.

Πρωινό

Να σου χαρίσω
ένα φρέσκο χαμόγελο;
Όλη τη νύχτα το πότιζα
ν' ανθίσει.

*
Όλα είναι μνήμη. Και το βουνό· κι η θάλασσα· εσύ κι εγώ, το σκίρτημα π' ανθίζει στον καθρέφτη.

Επιμύθιο

Αδυνατούν οι λέξεις,
τα νοήματα, οι ήχοι,
τα σύμβολα,
 αδυνατεί το ποίημα.
Δεν έχει φως να ζήσουμε,
σκοτάδι να χαθούμε.

*
Έχω μια δυσκολία στην ποίηση. Κάθε που αρχίζω τους σχεδιασμούς των νοημάτων, έρχεται ένας κατακλυσμός, υγραίνουν τα σύμφωνα, όλες οι νύχτες πανσέληνες εισβάλλουν στο χαρτί μου, Αύγουστος· μα τι πελώριες πού είναι οι σκιές των βράχων, τα δέντρα, α, πώς μιλούν τα δέντρα· και η λύρα παίρνει το παιδικό παράπονο, το πνίγει στο λυγμό της. Πού να σταθούν τα λόγια του σοφού σ' αυτή την τρικυμία; Έχω μια δυσκολία με την ποίηση. Λένε πως είναι αυτή γυναίκα.

*
Μ' ακούει κανείς; έναν άλλον νεκρό εδώ τον λησμονήσατε...όπου να 'ναι θα ηχήσουν οι καμπάνες της Αναστάσεως κι εγώ θα λείπω.

*
Εγώ τα ποιήματα τα βρίσκω κρεμασμένα στα δέντρα, πρωταπριλιά, δεν είναι ψέμα...Β.

*
Μη φεύγεις Όλη τη νύχτα φυσούσα τα σύννεφα, να ρθει ο Απρίλιος ηλιόλουστος, όπως του πρέπει. Β.

*
Άνωση Δος μου την πέτρα σου, βαριά ή ελαφριά δε λογαριάζω, έχω μια θάλασσα βαθιά, γαλάζια μέσα μου, θα τη σηκώσω...

*
Βαθιά εισπνοή. Βαθιά. Να γεμίσουν τα πνευμόνια σας μεγαλείο. Και τώρα, αδειάστε το στήθος σας. Να μη μείνει άλλο τίποτα, πέρα απ' το τίποτα που υπήρξατε.

*
Μου είπε θα μαγαρίσουν τη φωνή σου· αρπακτικά και όρνεα θα διαμοιράσουν την ύπαρξή σου· πού να με βρουν; Πάει καιρός που κατοικώ στην νεκρή μου φύση, οπού ο κλαυθμός ηχεί ως γέλιο κι ο γλάρος ίπταται γαλήνιος στον κυματισμό μου. Β.

*
Αν είναι να βγάλω κραυγή, θα αναζητήσω εκείνη την πρώτη την καθαρή, την απελπισμένη. Τώρα μια αφωνία σφίγγει τις χορδές, ηχούν πνιχτά αισθήματα ως γέλια· όλο το μαύρο μου ξεθώριασε παντού και απ’ τις ρωγμές του στάζει νοθεία. Είναι που οξείδωσε το φως αυτό το παράξενο μείγμα, που χρόνια τώρα αιωρείται στον ουρανό μου· δεν πρόσεξα στην ευδαιμονία μου, δεν πρόσεξα. Αν είναι να βγάλω κραυγή θα βρω το πρώτο ποίημα.

*
-Δεν έχω αγάπη, ούτε κρινάκια στην αυλή μου∙ εξάλλου, δεν έχω αυλή, δεν έχω τίποτα...
-Όμως το τίποτα είναι πολύ στις μέρες μας, κουράγιο, θα ανθίσουν τα λόγια σου στα χείλη της· θα σου χαμογελάσει. Β.

Πού;

Και τώρα, πού θα ξυπνήσουμε τώρα; Δεν έχει άλλο ξέφωτο η μνήμη, δεν έχει. Λιπόθυμη περιφέρω την αυγή μου στον ουρανό σου, ποια θάλασσα; ποια λύπη; ποια θάλασσα; Δεν ξημερώνει πια στις αγκαλιές ο έρωτας, ξενύχτης σέρνεται στα ανήλιαγα. Φυσάει εδώ μια σιωπή, εγώ κρυώνω. Πού θα ξυπνήσουμε πια; Δεν έχει άλλη άνοιξη η μνήμη, δεν έχει.


*
Έλα χωρίς την Άνοιξη, Πονάει πιο πολύ το όχι σου, με ανθισμένη την αγάπη. Β.

*
Κρυώνω, σαν Άνοιξη ξυπόλυτη κρυώνω. Β.

*
-Τι είναι ο έρωτας; ρωτώ.
-Γρίφος, μου λέει εκείνη.
Σφυρίζω συνθηματικά, φτάνουν από παντού τα σύμβολά μου. Στοιχίζονται αυτόβουλα σε στίχους. Χαμογελά.
-Μ' αρέσει, λέει· φεύγει
-Τι είναι ο έρωτας; ρωτώ.
-Μύθος, μου λέει το ποίημα.


*
Άγγιξέ με, να δω πού υπάρχω, άγγιξέ με. Β.

*
Ο Μάρτιος δεν είναι της Ανοίξεως φέτος, ο Μάρτιος· θα κάψω όλα τα ποιήματα φοβάμαι.

*
Μ' ακολουθούσε παντού, σ' όλες τις αναμνήσεις μου. Όμως εγώ την έβλεπα μόνο να φεύγει...Β.

Μητέρα*

Θα σε δω στο μπαλκόνι, ανάμεσα στις γαριφαλιές και το βασιλικό, όμορφη, να αγναντεύεις τη στέρφα γη με το μικρό κόκκινο σκιάχτρο -τώρα δεν το φοβούνται τα πουλιά. Κάποιος διαβάτης θα σταθεί στον νεκρό τόπο, θα κοιτάξει ψηλά ανάμεσα στις καρυδιές και τα πουρνάρια και θα πει: Εδώ κατοικούσαν κάποτε άνθρωποι σπουδαίοι. Κι εσύ τότε μόνο θα χαμογελάσεις γιατί δεν σ' άρεσε να σε παινεύουν κι ας έζησες ορθή μέσα στην υπερηφάνεια. Θα σε δω στο βράχο με το χέρι αντήλια, στο μπαλκόνι με τα χρυσάνθεμα, που άντεξαν- έβγα Γενάρη- να σε χαιρετίσουν, θα σε δω ξανά γιατί έγινες οπτασία κι όνειρο ζωντανό. "Καμιά Μητέρα δεν πεθαίνει". Βαγγέλης Φίλος

*29 Ιανουαρίου 2000 η μητέρα μου ξαφνικά άλλαξε σπίτι. το ποίημα γράφτηκε τότε και δημοσιεύεται τώρα για πρώτη φορά.

*
Υπάρχει μια λύπη
που κλειδώνει καρδιές,
σφραγίσει στόματα,
βάφει τον ήλιο
κόκκινο,
σβήνει το ποίημα,
είναι η λύπη μου...


-Να σε κεράσω ένα ποτήρι μοναξιά;
-Όχι μου γνέφει και σμίγει τα κούτσουρα. Ακούω που του μιλούν, γλείφουν οι γλώσσες και φιλούν, χρυσίζει το κάρβουνο.
-Έχω κι εγώ μια αγάπη.


*
Αυτό που έζησες δικό σου. Αν το 'χασες, ακόμα πιο δικό σου. Β.

*
Κάθε μέρα,
την ώρα της βραδινής προσευχής,
όταν οι θνητοί παρακαλάνε το θεό
να τους χαρίσει ακόμα αυτή τη νύχτα,
αυτή διαβάζει πόθους,
στίχους να χαθεί,
να ξεχαστεί στα όνειρά της.

Στάση Μετρό

Ήρθα, σε λάθος δρόμο.
Όμως, με βρήκες.
Σε λάθος καιρό.
Ή μήπως ποτέ δεν είναι λάθος
ο καιρός στα παραμύθια;
Μετράω πάλι σφυγμούς,
καλώ τη σελήνη,
μάρτυρα της επιμονής μου.
Βεβαιώνει την πτώση
και την πτήση μου,
γνέφει η Νύχτα,
υπογράφει η Αυγή.
Τώρα, βρίσκω του κώδικες
κρυμμένους στην αγέραστη αθωότητα,
διαβάζω το άγνωστο κείμενο.
Χαμογελά το ποίημα.
Αναδύθηκα, σε λάθος έξοδο.
Όμως, με βρήκες.

*
Αν ο ποιητής ήταν το ποίημα, θα έσταζαν αίμα τα μάτια του.

*
Και καθώς έλαμψε η οθόνη, έδωσε η χαρά συνέχεια στο ποίημα. Κι είδα την αγάπη, σημάδι πορφυρό στην αυλή μου. Κι όπως χάιδεψα τα μαύρα πλήκτρα, χύθηκε ομορφιά στις λέξεις, και έρωτας λευκός στην ψυχή. Και δεν είχε πόνο κανένα η νύχτα, δεν είχε σκιά καμία το όνειρό μου, δεν είχανε "μη" τα λόγια σου..., φίδι κανένα πουθενά και η γυναίκα βασίλευε στον παράδεισο...

*
Σινιάλο πνιγμού
Εδώ η θηλιά
Εκεί το κύμα

*
Σ' έκλεισα μες στ' όνειρο, μη μου χαθείς και φεύγω.

*
Να τις λαξεύεις τις λέξεις
Το ποίημα που
θα με εντοιχίσει
Ας έχει ωραία όψη

*
Είναι τ' αγκάθι μου βαθιά, φέρ' το βελόνι. Β.


*
Όλες σιώπησαν, άλλες από λησμονιά και άλλες από χρέος, δικαίωμα.


Χαϊκού

Κίτρινος ήλιος
ερυθρό φθινόπωρο
δε θα γλιτώσω

*
Λουλούδια αίμα
ξεχασμένη αγάπη
πώς να γυρίσω;

*
Κοιτώ τ' αστέρι
δρεπάνι η σελήνη
αχ, πώς φοβάμαι

*
Στη μνήμη βρέχει
η Κυριακή μου στεγνή
έρως φωλιάζει

*
Στη θάλασσά σου
ολόλευκο καράβι
ναυάγησε με

*
Φουλάρι λευκό
κορίτσι απρόσωπο
μαύρα τακούνια

Ποιος;

Ήρθαν κάτι παλιά ποιήματα
ζητώντας υπογραφή,
δεν είμαι εγώ τους είπα,
επέμεναν,
ώσπου βγήκε εκείνος
από τον καθρέφτη,
δεν έχετε δει
ξανά αυτό το θαύμα,
 ψιθύρισε,
πήρε την πένα,
τη βούτηξε
στην αρχαία σιωπή,
έγραψε, Άλλος.

 *
«Ούτε καλημέρα πια, να πώς χάνονται μες στη συνήθεια οι έρωτες!»

*
Και καθώς την είδαν
να βυθίζεται
όλο και πιο πολύ
στη σιωπή της,
είπε το ποίημα:
θα σας μιλήσω εγώ.
Κι έλεγε, έλεγε, έλεγε.
Και δεν είχαν χρεία καμιά,
άλλος να μαρτυρήσει,
γιατί τα λόγια τα παλιά,
τα τωρινά και τα μελλούμενα
 ιστορούσαν.

*
Μαύρες οι λέξεις μου, εν μέσω παραισθησιογόνου γενικής ευθυμίας....και ελπίδος.

Ήλιος αθώος

Μ’ όλους τους πόθους μου γυμνούς,
αμόλυντους σαν την αλήθεια,
χωρίς αγωνία καμιά,
χωρίς προσμονή κι απαντοχή,
μόνο με την ιερότητα των στιγμών
που ύμνησαν οι ποιητές των αιώνων,
θα πω τις λέξεις, σ’ αγαπώ!
*
Είπαν το διάβολο φασίστα κι αυτός εθύμωσε πολύ. Με ύφος οργίλο διαμαρτυρήθηκε προς την Ιερά Πύλη: Το εύδαιμον βασίλειό σας θα είχε καταρρεύσει προ πολλού χωρίς εμένα. Το θεσμικό μου ρόλο υπηρετώ...διασκεδάζω του παραδείσου την πλήξη.


*
Αν θέλεις 

Τα πιο όμορφα ποιήματα 
κατοικούν στο βυθό των ματιών 
Εκεί πηγαίνουν πρώτα 
αφού γεννηθούν στην ψυχή 
Ύστερα πετάνε χάνονται 
γίνονται ξένα 
Αν θέλεις η πρώτη ανάγνωση 
να είναι δική σου 
κοίταξε με Βαγγέλης Φίλος

Wenn du willst Die schönsten Gedichte wohnen in der Augen Grund Dort zieh`n sie zuerst hin nachdem sie in der Seele geboren werden Dann fliegen sie aus und verlieren sich werden fremd Wenn du willst dass das erste Lesen dein ist schau mich an

Απόδοση στα γερμανικά: Βούλη Ζώγου

*
Αχ! Σεμέλη τι σε μέλει;

*
Από την αγανάκτηση στη μελαγχολία Και όμως, από το αμφίβολης αποτελεσματικότητας κίνημα της αγανάκτησης, είμαστε πια έτοιμοι να περάσουμε στην δράση των πολιτών της μελαγχολίας. Και μην έχει κανείς την αίσθηση ότι είναι εύκολο να εκτονωθεί αυτή η δράση. Γιατί τον αγαναχτισμένο μπορούν να τον ελέγξουν οι εξουσίες, στο θυμό του, μπορούν να τον πλανέψουν οι ζηλωτές της ακινησίας, οι εραστές της αναστύλωσης των νεκρών ευτυχιών. Τον θλιμμένο άνθρωπο, που γίνεται θλιμμένος πολίτης, κανείς δεν μπορεί να του τσακίσει τη θέληση. Είναι ατσαλωμένος από τη γαλήνια απόγνωσή του, είναι εθισμένος στην δυστυχία του μέλλοντός του. Αλίμονο σε σας που οπλίσατε τους υπηκόους σας με τη μέγιστη αισιοδοξία της θλίψης. Κανείς, κανείς δε θα μείνει όρθιος σ’ αυτό το κίνημα των θλιμμένων, κανείς από σας εθνικοί και υπερεθνικοί ηγέτες. Αφεντικά της συμφοράς, ιδού το πεπρωμένο σας.

*
Παραμύθι Να τρέξω στην «τυφλόμυγα» πρώτος να σε φιλήσω, τα μάγια να σου λύσω. Ψεύτη λυράρη, πλανευτή, γύρνα στους θρήνους σου.

*
Εγώ είμαι άνθρωπος του πρώτου παραδείσου, εγώ. Πριν έλθει ο όφις ζούσα αθώα κι αγνά. Τώρα, έχει ένα κρύο, εδώ, που σε κάνει να μαραζώνεις από συστολή ή να αγαπάς από απελπισία.

*
Έκαψε τις φωτογραφίες
κι έγινε η μνήμη στάχτη
Έσβησε τα γραπτά του
και χιλιάδες κόκκινα παράπονα
πολιόρκησαν τον ύπνο της

*
"Αυτός ο άλλος, ο μαύρος με τη χρυσή την τούφα στα μαλλιά και την αιώνια αθωότητα στο πέταγμα του... Φοβάμαι μην πιω το παιδικό μου πρόσωπο μες στον υγρό καθρέφτη, φοβάμαι..."

*
Επανέρχομαι πριν αποσυρθώ στην σιωπή μου: Όταν σε σπρώχνουν στο γκρεμό δεν παίρνεις θέση οικειοθελώς στο φρύδι του.

*
Είπε το ποίημα: Ουδεμία σχέση έχω με τον δημιουργό μου. Αυτός ευτύχησε, τρόπον τινά.

*
Έλειπε απόψε το φεγγάρι όλη τη νύχτα έλαμπες εσύ

*
Χρόνε που με θεράπευσες Ω δολοφόνε, χρόνε!

*
Τις Θεές δε χρειαζόμαστε άδεια να τις λατρεύουμε, είναι ιερό μας δικαίωμα!

*
Ο Έρωτας, λένε, είναι ο αδελφός του Θανάτου. Ενίοτε είναι ο Θάνατος αυτοπροσώπως.

*
Στο συρτάρι κιτρινίζει ο πόνος και γίνεται λευκό το ποίημα!

*
Βάλε εσύ τον έρωτα να βάλω εγώ το ποίημα

*
Η επωνυμία δεν προσθέτει λάμψη στο ποίημα ( αυτόφωτο γαρ ). Ενίοτε τυφλώνει τον αναγνώστη.

*
Ερωτικό ποίημα, είναι η αναπαράσταση της τελετής και όχι η περιγραφή της.

*
Το ένστικτο λειτουργεί αστραπιαία η απόλαυση θέλει το χρόνο της.

*
Και μη ξεχνιόμαστε: εδώ ένα σεργιάνι βγαίνουμε!

*
-Πώς μπορούμε να δώσουμε, σε απλές λέξεις, ποιητική πνοή;
-Διώξτε τις φλύαρες γειτόνισσες.

*
Οποία τελειότης! Εγγίζει τα όρια της πλήξης. ( Όταν ο θαυμασμός- και εδώ- δεν έχει όρια).

*
Το ποίημα γράφεται σε θερμοκρασία βρασμού και ελέγχεται σε θερμοκρασία δωματίου. Κατά τη διάρκεια των θερμοκρασιακών ζυμώσεων καλό είναι να μην το βλέπει ανθρώπου μάτι. Β.Φ.

*
Όσοι νιώθουν την ανάγκη της επικοινωνίας είναι ωραίοι. Όσοι έχουν και το χάρισμα της επικοινωνίας είναι ευλογημένοι. Όσοι, εκτός από αυτά, έχουν και την αυτογνωσία είναι ποιητές.

*
Αλήθεια: Η περιπλάνηση των Θεών! ( από τα συνθετικά άλη= περιπλάνηση και θεία= θεϊκή). Σύμφωνα με μια άλλη ερμηνεία άλη= παραφροσύνη. Επομένως: Αλήθεια: Η παραφροσύνη των θεών.

-Τί είπε ο αποπεμφθείς στον νεοκλεγέντα που τον επισκέφτηκε;
-Κάθισε να φάμε!

*
Λένε: Κόρακας κοράκου μάτι δεν βγάζει! Ωστόσο έχω βάσιμες ελπίδες: Ο νεοκλεγείς δεν είναι κόραξ και εν πάσει περπτώσει ο αποπεμφθείς ανήκει σε άλλο είδος αρπακτικών!

*
Τι είναι το μείγμα; Μια ουσία της οποίας τα συστατικά διαχωρίζονται με φυσικές μεθόδους. Τι είναι το μείγμα πολιτικής; Μια λεκτική ανοησία και όχι μόνο! παραδείγματα: το νερό είναι ένωση υδρογόνου και οξυγόνου, είναι χημική ένωση και όχι μείγμα. Ο αέρας είναι μείγμα οξυγόνου, υδρογόνου και άλλων αερίων. Το μείγμα πολιτικής του Σαμαρά .... απλώς δεν είναι τίποτα!



Οι άλλες εκδόσεις μας, συνδεθείτε!

Αναγνώστες

επισκέψεις