Λάρωσε πια

Ε, συ! (3)

Ε, συ ποιητή!
άσε το κύμα
μέσα σου ν΄αφρίζει,
με τη γαλήνη
της σοφίας σου
γράψε,
με την ηρεμία
της πιο βαθιάς
απελπισίας.
Ξέρεις:
ό,τι κοντά, στο μέλλον σου,
το είπες.
Μίλα για τον καιρό
των άλλων, των αγέννητων,
στείλε εκεί της λύρας σου
τους ήχους.
Κράτα εδώ
την αντήχηση του πηγαδιού
και την κραυγή σου κράτα.
Το μέλλον συντίθεται
από τα θραύσματα
του παρελθόντος,
φύσα τη σκόνη,
ξέπλυνε τη σκουριά,
κράτα τη λύπη,
ψάξε τη χαρά,
θέλει κοσκίνισμα η άμμος
να χρυσίσει.
Ε, συ ποιητή,
είσαι το ευλογημένο φίλτρο,
άστ' τα δαιμόνια μέσα σου
να πριονίζουν,
φύτεψε εσύ τα δέντρα
των επόμενων.

Τις λέξεις πιο πολύ
από τα μάτια σου
να τις προσέχεις,
πάνω απ'τον έρωτά σου,
πάνω απ΄την πρόσκαιρη
την ύπαρξή σου
να τις έχεις,
αυτές συνθέτουν
την αθανασία.
Ε, συ ποιητή
πάρε το μαύρο

του εφήμερου θανάτου,

κάνε τους στίχους σου

λευκές ρωγμές του,

κάνε το ποίημα σου ελπίδα.


Γαλάζιο

Και έλαμψε φως
Απ’ τα μελλούμενα
Γαλάζιο
Ήσουν εσύ
Ό,τι λαχτάρησα
Ωραία  ως ανάμνηση
Άγνωστη
Ωσάν Ανάσταση
Που άλλο θάνατο
Δεν περιμένει
Θαύμα

Η άλλη

Είμαι η Ασέληνη
είπε
και αποσύρθηκε
στα ενδότερα
να μην τη φτάνει
ήχος και χάδι
επιθυμία καμιά
Την ίδια ώρα
λουσμένη στο φως
η άλλη νύκτα
Άγγιξε με
να δω πού υπάρχω
άγγιξε με


Φθινοπωρινή

Και είπε:
- Θέλω να μου στεγνώσεις τη βροχή. Έρχεται από τα μαύρα σύννεφα-άλλα του ουρανού κι άλλα δικά μου-δυνατή, αμείλικτη, ραπίζει το πρόσωπό μου, σκοτεινιάζει τα μάτια μου, ξεπλένει το χαμόγελο, με βυθίζει στα λασπόνερα...
Λίγο στοχάστηκε και είπε πάλι:
-Μα, θα στερέψουν τα ρυάκια που ηχούνε τη θλίψη μου, θα σωπάσει η σταγόνα στη στέγη μου, θα σβηστούν οι γραμμές απ' το τζάμι μου...
Συλλογισμένη σώπασε. Και δεήθηκε:
- Κάνε Θεέ μου την βροχή μου ποίημα...

Έξοδος

Μαύρα παλτά
συνοδεύουν
ημίγυμνες κυρίες.
Νομιμοποίηση
κρυφής πρόκλησης
το σαββατόβραδο.
Ανάπηρα σαββατόβραδα
στην υγρασία,
με τα βυσσινί κορίτσια
να σερβίρουν
καθαρά τασάκια.
Με το τσιγάρο
αντίδοτο επικοινωνίας
και τον καπνό να καυτηριάζει
τις πηγές των δακρύων.

Αλλού

Ήρθες εψές
στον ύπνο μου και με φίλησες.
Μπορεί να ήταν η πέμπτη πρωινή
η ώρα που πληκτρολογούσε
σε άλλο δίαυλο η αγάπη·
και δεν ήξερες.
Γιατί οι επισκέπτες
των ονείρων ποτέ δεν ξέρουν·
είναι η αντιύλη τους
που μοιράζει φιλιά,
γλυκά στο άχρονο,
πικρά στο φως.
Ήρθες εψές
στον ύπνο μου κι εγώ συλλάβιζα
την ανάμνηση,
συναυλία φωνηέντων στο όνομα.
Μπορεί να ήταν η πέμπτη πρωινή
η ώρα που χόρευες σε ξένους στίχους.


Λιλιπούτειος

Της έστειλε τη σκέψη του
κι αυτή τον τοποθέτησε
στο γείσο του ψάθινου
Κρατήσου του είπε
και του ’δειξε
την κόκκινη κορδέλα
Κολύμπησαν ώρα πολλή
ως το μεγάλο βράχο
Στη θαλασσινή σπηλιά
δρόσισαν τα φλογισμένα
χάρηκαν τα κρινάκια
στους αμμόλοφους
τους χάιδεψε το κύμα
Όταν ο ήλιος δεν μπορούσε
άλλο πια να κρατηθεί
αγαπηθήκανε
Πάνω που έπεσε η σκοτεινιά
γύρισε η σκέψη πίσω
Όλη τη νύχτα εκείνος
τη ζητούσε

Νοέμβρης

Θα πορευτώ στην ομίχλη
κραυγάζοντας:
Κάτω ο φόβος.
Στην τριακοστή τρίτη επέτειο.
Ποιος φόβος;
Μην ανταλλάξω το τιποτένιο
με το τίποτα;
Ω! πόσο μεγάλο το τίποτα.

Η αγάπη

Και πέταξε
από τα κρινοδάχτυλα
σαν το φιλί
που το φύσηξε
η ανάμνηση,
άχρονη,
άχραντη,
ωραία.


Πες μου

Πες μου μια λέξη
γλυκιά
κι αν δε μπορείς
συλλάβισε μου
ένα ψέμα


Πώς να ξεχάσω;

Ιδού
το ποίημα
αναρριχώμενο
στο λευκόσαρκο
ως μεθυσμένη
ανάμνηση,
πώς μου ζητάς
να σε ξεχάσω;


Ερωτικό


Να στείλω ένα φιλί
κι αν γίνει δάκρυ;
Νύχτα που είναι
θα καώ.


Άτιτλο 2

Συνάντησα σήμερα

ανθισμένες αμυγδαλιές,
πολλές ανθισμένες αμυγδαλιές.
Σ' αγαπώ!


Έλα


Έλα
να ανταμώσουμε
στο ζεστό χνώτο,
εσύ,
χειμώνας εγώ...
Έχει ακόμα
ο έρωτας
δουλειά
πριν τον κρεμάσουν
στο κατάρτι.


Άννα μ’ ακούς;

Ε, συ,
Άννα μ’ ακούς;
ένας αιώνας
πέρασε
και σε καλώ
ακόμα,
δεν είμαι εγώ
δεν είσαι εσύ,
κάποιο χαμόγελο
ανθίζει στην αυλή μου
κάθε χειμώνα
και φοβάμαι,
πώς να κρατήσω
μοναχός
την ανάμνηση,
στο χάδι
που ξέμεινε
-ξάνθισε με τα χρόνια-
μισή ζωή,
είναι το χτες
σαν τώρα,
σ' όλους τους στίχους
σκόρπισα
αγέραστη
την ύπαρξη σου,
λύσε τα μάγια,
τη σιωπή,
μια καληνύχτα...
ε, συ...


Τα αχ

Θα πάρω τα αχ
Να τα σκορπίσω
Στον άνεμο,
Να στενάξουν βαθιά
Όλες οι νύχτες,
Να βγεις εσύ,
Αυγή
Στον ήλιο,
Χαρά,
Χαρά μου.


Σχεδόν

Σχεδόν κατακόρυφος
Φυσάει πάντα επίμονη
Η νότια θλίψη μου υγρή
Αποκλίνω ανεπαίσθητα

Ν’ αναστηθεί

Ν' αναστηθεί η ψυχή
να βρει τη φλόγα το κορμί
έρχεται κρύο


Γονυπετής

Σήκω!
του είπα,
δε σπάραξε,
γονυπετής με είδε,
όχι, δεν ήταν
προσευχή
το γαλήνιο.
Καθώς ελύθη,
εκεί,
εχάθη,
αφήνοντας
το περίγραμμα
να χωρέσει
τη στιγμή μου.


Αν-αίρεση

Κατέβηκε την αυγή
στην πηγή,
να πιει να ξεδιψάσει,
όλη τη νύχτα πάλευε
με τ' όνειρό της.
Κι εκεί που ακούμπησε
τα χείλη της,
είχε αφήσει ο άλλος
τη χαρά του.
Και πάνω που πήγανε
να σμίξουνε οι πόθοι,
γύρισε πίσω
να σκουπίσει τα φιλιά της.
Όλοι τα βράδια
βγαίνουν και θρηνούν
κι εγώ
τα μαύρα μεσημέρια.


Α

Πονώ
Και γράφω,
Γράφω
Και πονώ
Α, πώς γελάει
Το ποίημα


Διάβαζε πόθους

Κάθε μέρα,
την ώρα
της βραδινής
προσευχής,
όταν οι θνητοί
παρακαλάνε το θεό
να τους χαρίσει
ακόμα αυτή τη νύχτα,
αυτή διάβαζε πόθους,
στίχους
να χαθεί,
να ξεχαστεί
στα όνειρά της.


Μα που πήγαν;

Βυθίστηκαν  
στη σιωπή 
και περιμένουν,
τι περιμένουν;
Ένα παλιό φιλί
που ακόμα ταξιδεύει 
στον άνεμο;
ένα καινούριο χάδι;
μια στιγμή;
Αχ!
ποια στιγμή;
εδώ, 
μόνο η ραθυμία
μιας αιώνιας πλήξης,
εδώ ο θάνατος,
ο αντ’ αυτού.
Γυρίζουν πίσω,
εκεί, 
στη χορταριασμένη αυλή,
συνομιλούν τις νύκτες
με τις αγαπημένες σκιές,
χαμογελούν στο φεγγάρι,
κρυφά δακρύζουν 
και περιμένουν,
τι περιμένουν;
ένα καινούριο ποίημα;


Χαρισμένο

Τα λόγια που δεν είπα
τα 'πνιξαν μεθυσμένα φιλιά,
τα 'κλεψαν μυσταγωγίες
φλεγόμενων κορμιών.
Είναι κι αυτή μια αγάπη,
ασύνταχτη, ανορθόγραφη,
αναρχική.


Ασύμβατοι

"Επάνω, εσύ Χειμώνας
και χιόνι,
κάτω εγώ Καλοκαίρι
και πέτρα".
Έτσι του μίλησε
και του 'δειξε
τις φωτογραφίες
κατακόρυφα στοιχισμένες
στον τοίχο,
με ενδιάμεσα το κενό
της Ανοίξεως.
Ήταν αυτός
στην λευκή πλαγιά,
κι αυτή στο πέτρινο,
καταντικρύ στο γαλάζιο,
ήταν τα λόγια πόθος,
να τρέξει στους αγρούς,
να ρθει κι αυτός
απ' τα ψηλά,
να σμίξουνε στ' αμπέλι.
Μα πάλι,
δεν είχαν εποχή κοινή,
ήταν επάνω αυτός
Χειμώνας,
κάτω εκείνη
Καλοκαίρι.

Πανσέληνη

Να γράψεις
για το μπλε φεγγάρι,
του είπε,
κι αυτός κοιτούσε
την επιθυμία της,
π' άλλαζε χρώμα
στο βυθό της.

Χειραψία

Ναι, αυτό δεν είναι πλατανόφυλλο,
είναι η πορτοκαλί παλάμη μιας ανάμνησης
που περιφέρεται από άνεμο σε άνεμο.



Συν-υπάρξεις

Είδα ένα χαμόγελο
στη ράχη
κίτρινου φύλλου,
φύγε, του φώναξα,
παραμονεύει
ο άνεμος.
Γέλασε,
όπως ένα χαμόγελο
γνωρίζει να γελά,
και μου ’δειξε,
εκεί στη δίνη,
τη χαρά.
Χόρευε με τη λύπη.

Ξέρει

Πόσα γιοφύρια
Μου ζήτησαν ποτάμια;
Πόσες θλίψεις
Μου ζήτησαν έρωτα;
Αλλού με στέλνεις,
Αλλού πηγαίνω,
"Ξέρει ο δρόμος".

Σ' αγαπώ

Στρώσε
τους στίχους σου
να κοιμηθούμε.

Χωρίς

Εισέπνεε πρώτα τον πόθο,
βημάτιζε ύστερα νευρικά
εκπνέοντας
ένα διοξείδιο όχι,
ώσπου την κοίταξε,
απ’ τον καθρέφτη,
μια βραδιά το είδωλό της
παράξενα.
Και ως είδε ασάλευτη
την πέτρα,
της είπε,
φεύγω!
Λένε ότι εκείνη τη νύχτα
κοιμήθηκε
αγκαλιά με τ’ όνειρό της.

Ποιος;

Ήρθαν κάτι παλιά ποιήματα
ζητώντας υπογραφή,
δεν είμαι εγώ τους είπα,
επέμεναν,
ώσπου βγήκε εκείνος
από τον καθρέφτη,
δεν έχετε δει ξανά
αυτό το θαύμα,
ψιθύρισε,
πήρε την πένα,
τη βούτηξε
στην αρχαία σιωπή,
έγραψε,
Άλλος.


Τι;

Τι γυρεύεις εσύ
Πουλί του νότου
Στον βόρειο Μάη;
Βρέχει εδώ
Εγώ κρυώνω


Κρύο

Κανείς δε θέρισε
Κι ήρθε χειμώνας 



Η άλωση

Θα ανέβω εκεί ψηλά
και θα φωνάξω.
Και θα βγει αυτή τη φορά
στεντόρεια η φωνή.
Γιατί και στ’ όνειρο άλαλος πια
δε θα ξανά υπάρξω.
Κι εσύ δε θα φοράς
τη θολωμένη σου μορφή.
Δεν ξέρω αν θα  ‘μαι  
δυστυχής ή ευτυχής,
μπορεί και άδειος
να κοιτώ το θαύμα.
Όμως θα είναι εκεί το βουνό,
εδώ το παιδί.

όλα γυμνά κι όλα αλήθεια.


Μη

Μη με κοιτάς
έτσι θλιμμένη,
με την παραίτηση
ορθάνοιχτη
στα δυο σου μάτια,
με το όνειρο
εξόριστο,
στη σιωπή,
ράγισα πια.

Γυμνό

Είναι τ' αγκάθι μου

βαθιά,
φέρ' το βελόνι.



Το άγραφο

Έρχεται η ώρα 
οπού συλλογίζεται κανείς 
τις απουσίες του, 
που γέμισαν τόσες σελίδες, 
κι αισθάνεται γαλήνιος, 
λες και δεν πέρασε 
ούτε μια μέρα μοναξιάς 
απ' τη ζωή του. 
Σβήνει, τότε, 
όλες τις παλιές προσδοκίες 
κι αφήνει λευκή 
μια μόνη επιθυμία: 
το άγραφο ποίημα 
της ζωής του.

Το παιδικό παράπονο

Ό,τι απόμεινα



Με δυο λόγια

Σ΄όλη μου τη ζωή 
γύρευα μια θάλασσα


κουβαλώντας 
στην πλάτη μου 
ένα βουνό. 

Η Σιωπή

Πας ως εκεί αποφασισμένος. 

Κάθεσαι μέρες πολλές ακουμπισμένος 
στο αρχαίο δέντρο. Ακούς ένα πουλί 
και ξεχνιέσαι.
Γυρίζεις πίσω, κοντοστέκεσαι· τα ίδια πάλι. 
Ξεκινάς από την αρχή.
Πας σιγά-σιγά στο δέντρο σου. 
Χαράζεις τον όρκο σου στο κορμί του, 
σκορπίζεις τις παλιές μνήμες στον άνεμο, 
πιάνεις ένα τραγούδι να σε κρατήσει. 
Βλέπεις ένα λουλούδι και λιποψυχάς.


Ξανά λοιπόν στα λόγια, ξανά στην απελπισία, 
ξανά στην ελπίδα, 
ώσπου μια μέρα παίρνεις φόρα μεγάλη, 
περνάς το δέντρο, περνάς το φρύδι, 
ακούς την αντήχηση της κραυγής 
και χάνεσαι στη Σιωπή σου.

Γράψε

Μου λένε,
γράψε για εκείνον τον νεκρό,
που κάθε βράδυ παίρνει
το δρόμο για το σπίτι.

Όμως, εγώ δεν είμαι εγώ,
πάει καιρός που είμαι
το είδωλό μου.

Κάθε που μου χτυπάει
την πόρτα ο νεκρός,

σβήνω μες στον καθρέφτη.

Ο τροχός

Και ρίχνω
μια στροφή,
τσακώνω τον ήλιο,
τώρα θα γίνει
το ατύχημα,
φωνάζω.

Γελάει αυτός
ανάσκελος·
γύρνα καλή μου,
πριν με μεθύσουν
ολότελα,
δεν είναι αυτό
ποίημα.

Έχω τη γεύση
του φιλιού,
πριν απ' την τρέλα 
θέλω να χορέψω,
κλάψε εσύ
να συνέλθουν
οι στίχοι.

Αυτά δεν είναι
γράμματα, 
είναι ρινίσματα
λέξεων,

γύρνα καλή μου.


Σοφία


Θυμάμαι τη μητέρα μου 

που κένταγε λουλούδια· 
εγώ τα πότιζα.


Έλα

Έλα,
κανείς δε θα σου φέρει
εδώ τον ίδιο δρόμο
να τον περπατήσεις.
Όχι πώς δεν μπορείς εσύ,
ο δρόμος δε σ' αντέχει.

Έλα,
θα σου χαράξω εγώ
μια διαδρομή ανάποδη,
χωρίς προορισμό,
έτσι για να κυλήσουνε

τα χρόνια.

Άλλο

Θα  σου διηγηθώ ένα παραμύθι, της είπε.
Όμως αυτή ήταν λυπημένη· 
και κάθε τέλος ακόμα και της χαράς 
τής ήταν αβάστακτο.
Έγνεψε "όχι" με ένα χαμόγελο 
μισό και πικραμένο.
Αλλά αυτός είχε βρει καινούρια παραμύθια  
που είχαν αντί για τέλος μιαν αρχή· 
την κάλεσε ν' ακούσει.
Έσκυψε αυτή, πήρε τις λέξεις του απ' τα χείλη 
κι αντί να τις φυσήξει να ακουστούν, τις ήπιε· 
κι ήταν ωσάν να έγινε το παραμύθι θαύμα. 
Γιατί αλάφρωσε η καρδιά κι ανέτειλε η ελπίδα.

Πού είσαι;

Εγώ την απουσία σου 

τη θέλω όλη δική μου

Μα τι να πεις;

Μα τι να πεις;
Ό,τι κι αν πεις
θα 'ναι ψιθύρισμα·
και ποιος να σκύψει

να σ' αφουγκραστεί;
όλοι κραυγάζουν.


Ένα πρωί

Ξυπνάς ένα πρωί και στέκεσαι 
μπροστά στην επιθυμία σου, 
"ήρθα", της λες και χάνονται 
μονομιάς οι φόβοι· 
και αλαφρώνεις, νιώθεις να πετάς· 
και χορεύεις.
Και δεν ακούγεται πυροβολισμός κανείς, 
μόνο ένα "α" θαυμαστικό· 
και χαμογελάει ο ήλιος, 
χαίρεται ο θεός, στέλνει φιλιά το κύμα. 

Ξυπνάς ένα πρωί και θυμάσαι 
το βραδινό σου όνειρο.


 Γαλάζιο

Είναι κάτι ποιήματα καλοκαιρινά, μήτε λυπημένα, μήτε χαρούμενα, μόνο αμήχανα, μπροστά στα θαλασσινά κορμιά, και άφωνα.


Εμπόλεμο

Έχω στα μάτια μου κάθε πρωί
μιαν απειλή,
το μαύρο σύννεφο που σκέπασε τη γη,
τον ουρανό π' αστράφτει·
είναι η ακήρυχτη βροχή, αυτές οι λέξεις.

Βουίζουν στην ησυχία μου, αναδεύουν τη μνήμη,
κραυγάζουν, κλαίνε, σβήνουν, σιωπούν.
Κι εκεί που λες θ' αναπαυτείς ακούς την μουσική τους,
το μυστικό τους αίνιγμα, τη σκοτεινή τους προφητεία.

Όλη την μέρα παλεύω με τις λέξεις μου·
στο τέλος με νικούν,
γίνονται ποιήματα και φεύγουν.

Ανίκητη

Αντιστάθηκε,
μ' όλα τα "πρέπει" της ορθά·
αυτή εκεί, στ' αυτί της, η αγάπη. 

 Δε φταίει το φεγγάρι

Φταίω εγώ που τ' άφησα

στον ουρανό να φέγγει.




Οι άλλες εκδόσεις μας, συνδεθείτε!

Αναγνώστες

επισκέψεις